Θέρισες ἀνεμῶνες καὶ τὶς ἔστησες στὸ βάζο
-ἀντίδοτο γιὰ τὴν ἀγιάτρευτη κακογουστιὰ τῆς πόλης.
Στὸ πανάκριβό σου βάζο, οἱ τελευταῖες ἐκπνοὲς
καταντήσανε φυσαλίδες ὀξυγόνου
στὰ γυάλινα τοιχώματα.
Τὰ πόδια μου, ἀκρωτηριασμένα, κρέμονται ἀκίνητα
μὲς στὸ νερό.
-ἀντίδοτο γιὰ τὴν ἀγιάτρευτη κακογουστιὰ τῆς πόλης.
Στὸ πανάκριβό σου βάζο, οἱ τελευταῖες ἐκπνοὲς
καταντήσανε φυσαλίδες ὀξυγόνου
στὰ γυάλινα τοιχώματα.
Τὰ πόδια μου, ἀκρωτηριασμένα, κρέμονται ἀκίνητα
μὲς στὸ νερό.
Στηρίζομαι ἀπ’ τὶς μασχάλες στὸ χείλωμα τοῦ βάζου.
Τὰ χέρια μου ἄρχισαν νὰ ξεραίνονται.
Τὸ κεφάλι μου, ἀναίσθητο, ἀκουμπᾶ στοὺς ὤμους μου.
Πλησιάζεις καὶ μυρίζεις κάθε τόσο τὰ μαλλιά μου.
Κάθε δυὸ μέρες ἀλλάζεις τὸ νερό, νὰ μὴ βρωμήσει
τὸ πεθαμένο αἷμα.
Θά ’ρθει κι ἡ ὥρα ποὺ θὰ μὲ πετάξεις στὰ σκουπίδια.
Ἡ γῆ τῆς πατρίδας
εἶναι πιὰ ξερές ὀρφανεμένες ρίζες,
εἶναι τὰ παραχωμένα παπούτσια
κι οἱ ἀστράγαλοί μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου