Σελίδες

▼

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Μύθοι και Πλήθη στης κάλπης της λήθη / Σαλίβερος Νικόλας


Βόδια, τη χώρα κι’ όρνιθες, λυμαίνονταν και κάπροι
και μόλυνση σκορπούσανε στον ουρανό οι κόπροι.
Ταύροι κι’ ελάφια έτρωγαν με φαύλους όσους τρόπους,
φίδια από λίμνες βγαίνανε και δάγκωναν ανθρώπους.
//
Ο βασιλιάς απ’το βουνό..τον λέγαν Ευρυσθέα,
ήτανε από σόϊ μπλε, σε κάθισμα κουρέα.
Στ’ ανάκτορο αγράβατο ορμά ένα λιοντάρι,
Ο Ηρακλής είμαι και φορώ του λέοντος τομάρι.
//
Εγώ τον τόπο βασιλιά, αν θες θα καθαρίσω
και αμαζόνες με λεφτά εγώ θα σου χαρίσω.
Δεν σε πιστεύω Ηρακλή, πρέπει να υπογράψεις..
Σου υπογράφω, μα εσύ στα μέζεα θα με «γράψεις»
//
Όχι μεγάλε Ηρακλή, εσέ θα στεφανώσω
και την επόμενη βουλή σε σένα θα τη δώσω
Σύρε λοιπόν κα σκότωσε όλους τους αντιπάλους, 
του κόκκινους καθάρισε πρώτα Αυγεία στάβλους.
//
Και όλοι ,ποθούν να διώξουνε τη μαύρη τούτη μπόρα,
άθλους να κάνει ο Ηρακλής, όπως παλιά και τώρα.
Αρπάζει αξυπόλυτος ζώνη της Ιππολύτης
κι’ο Διομήδης διαλαλεί ήρθε στην πόλη αλήτης.
//
Αυτός του κλέβει τ’άλογα, το κάπρο αποσκοτώνει
και μ’ένα ταύρο Κρητικό χιμά στο Γηρυόνη.
Οι κόκκινοι διαλύονται οι κόπροι του Αυγεία,
των λόγων φληναφήματα δουλειά είναι παγία.
//
Και σταματά ο Ηρακλής στου Άτλαντα στη σκέψη,
σαν πονηρούλης προσδοκά πρώτα να δει τη στέψη.
Η κάλπη είναι έγκυος ,άγνωστο τι θα φέρει,
«Κάλιο ένα και το χέρι, παρά θώκο και καρτέρει» .
//
Τους άλλους άθλους προσεχώς, λέει, στο Ευρυσθέα,
αφού απ’το ανάκτορο θωρώ Αρχής τη θέα.
Και κάθε ομοιότητα μ’ ονόματα κι ‘αλήθεια.,
της φαντασίας είν’ γραφές ωσάν τα παραμύθια.
//
Σαν όλοι και ο Ηρακλής της Μοίρας είναι θύμα.
Φοράει της Δηιάνειρας φαρμακωμένο ντύμα,
όταν το βρίσκει μπρούμυτα σ’ Ιόλης τη δαντέλα,
προδίνοντας τον στέφανο, της πίστης την κορδέλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου