Γιατί μικρός κι αμάθητος γροθιά έσφιγγα τα χέρια
γιατί τον κόσμο κοίταγα με μάτι αετομάχου
νόμιζα πως αν πέταγα θα έφθανα τ’ αστέρια
για το καντήλι του φτωχού του ταπεινού ξωμάχου.
γιατί τον κόσμο κοίταγα με μάτι αετομάχου
νόμιζα πως αν πέταγα θα έφθανα τ’ αστέρια
για το καντήλι του φτωχού του ταπεινού ξωμάχου.
Γιατί τα φτερουγίσματα της νιότης μου ακλουθούσα
ότι μικρά έκανα όνειρα, απλά σχεδιασμένα
τους φίλους μου μικρά παιδιά τριγύρω μου καλούσα
να μοιραστούμε τη χαρά με χέρια απλωμένα.
ότι μικρά έκανα όνειρα, απλά σχεδιασμένα
τους φίλους μου μικρά παιδιά τριγύρω μου καλούσα
να μοιραστούμε τη χαρά με χέρια απλωμένα.
Σαν Προμηθέας πίστευα μπορούσα να παλέψω
τ’ άδικο, που στις μέρες μας γίνηκε καθεστώς
ελπίδα, δύναμη, όνειρα, για κείνους να τα κλέψω
και να κρυφτώ στα ερείπια τ’ αρχαία, της Φαιστός.
τ’ άδικο, που στις μέρες μας γίνηκε καθεστώς
ελπίδα, δύναμη, όνειρα, για κείνους να τα κλέψω
και να κρυφτώ στα ερείπια τ’ αρχαία, της Φαιστός.
Στη Μεσαρά να σεργιανώ ως να κοπάσει η μπόρα
στων Αστερουσίων τις πλαγιές στις όχθες του Ληθαίου
πίστευα πως αληθινά, αυτά είναι αξίας δώρα
για να δοθούν στους ταπεινούς ως τα νησιά του Αιγαίου.
στων Αστερουσίων τις πλαγιές στις όχθες του Ληθαίου
πίστευα πως αληθινά, αυτά είναι αξίας δώρα
για να δοθούν στους ταπεινούς ως τα νησιά του Αιγαίου.
Με τον καιρό κατάλαβα τ’ άδικο δεν νικιέται,
Λερναία Ύδρα κι οι ήρωες απόκαμαν σωπαίνουν
μια σκέψη αντέχει του μυαλού, μόνη της τυραννιέται,
πως κάποτε και τα όνειρα, σβήνουν αργά, πεθαίνουν.
Λερναία Ύδρα κι οι ήρωες απόκαμαν σωπαίνουν
μια σκέψη αντέχει του μυαλού, μόνη της τυραννιέται,
πως κάποτε και τα όνειρα, σβήνουν αργά, πεθαίνουν.
Χρήστος Κουκουσούρης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου