Σελίδες

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

(Αναστηλώνεται η μεγάλη όψις του φθινοπώρου)

Αναστηλώνεται η μεγάλη όψις του φθινοπώρου
πως κάποτε στις φυλακές του Ρέντινγκ έλαμπαν, μεσίστιες
της θλίψης
οι σημαίες κάποτε ίσως πάλι λάμψουν
εκείνος γράφει ευγενικά σονέτα, γερμένος ελαφρά
στην πάνω πόρτα της αβύσσου
γύρω του αγάλματα παρελαύνουν όπως πάντα φθαρμένα έτσι τώρα
πιο λειψά, μα
τον έβδομο μήνα, τον χλωρό, τα χνώτα του
που μυρίζουν χώμα σαλιγκάρια ξεθωριασμένη ηδονή
του θέρους, φασκιωμένο
θα με βρεις στην κορυφή ενός απογεύματος
γιατί ο άλλος προσμένει πιο σκληρό
έναν χειμώνα που θ’αγριέψει τα γένια που το μέσα πρόσωπο
θα οστεώσει κρυμμένος έτσι στις κόγχες
των τροπαίων
Έτσι καθρεφτισμένο το φως ίσως αναδυθεί
γέννημα-θρέμμα της πίστης ώστε να πάρουν πάλι οι αίγαγροι τ’ουρανού
το δρόμο τους και τα πουλιά που αγκαλιάζουν τη γη
με τις φτερούγες τους
ο τρίτος που μας πέταξε στο σκότος, που την σιωπή ορίζει
που τους λογαριασμούς του με τις αντανακλάσεις του φωτός
έκλεισε νωρίς αυτός ήξερε το ρυθμό και το μέλος:
Κει που την πίκρα μου ‘ταξες να αρματέψω πρώτη
κει που το στήθος πιάστηκε σε αραχνένιο τόπι
ριγά το χέρι το ζερβό, μιλά βουβό το χείλι
κι όπου κι αν σέρνεις το χορό με θα’χεις στο μαντήλι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου