Κάθε βράδυ
ψάχνει η ψυχή μου λιμάνι.
Κάθε βράδυ
περπατάω σε βελόνες.
Τα απογεύματα
πίνω της μοναξιάς μου τον καφέ
περιμένοντας τους ομότεχνους
τις μικρότητες τους
και ενδιάμεσα
ταξιδεύουν τα μάτια μου
στα νεαρά κορίτσια
στα διπλανά τραπέζια
ακούω τα γέλια τους
δεν μπορώ να γελάσω
δεν μπορώ να κλάψω
τα στήθια τους ηλεκτροφόρα
οι γλώσσες τους σουβλερές
το σώμα μου ξύλινο,
βάρκα προς την Αχερουσία.
ψάχνει η ψυχή μου λιμάνι.
Κάθε βράδυ
περπατάω σε βελόνες.
Τα απογεύματα
πίνω της μοναξιάς μου τον καφέ
περιμένοντας τους ομότεχνους
τις μικρότητες τους
και ενδιάμεσα
ταξιδεύουν τα μάτια μου
στα νεαρά κορίτσια
στα διπλανά τραπέζια
ακούω τα γέλια τους
δεν μπορώ να γελάσω
δεν μπορώ να κλάψω
τα στήθια τους ηλεκτροφόρα
οι γλώσσες τους σουβλερές
το σώμα μου ξύλινο,
βάρκα προς την Αχερουσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου