Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Αγάπησα τον ποιητή / Πόπη Παντελάκη


Αγάπησα τον ποιητή που έγειρε στην πέτρα
κατάκοπος
να ονειρευτεί
Αγάπησα τον ποιητή που χόρεψε στη βροχή
ανυπόδητος
Αυτόν που γεμίζει νερό τις παλάμες
για να δροσίσει μάτια πυρετικά
και να ποτίσει τα πετεινά τ΄ουρανού
Που μετράει τ ΄άστρα τις νύχτες
και το πρωί στριμώχνεται στο λεωφορείο
του μόχθου
μαζί με τους εργάτες
Μα η ψυχή του λεύτερη πετά
πάνω από τη θάλασσα της ματαιότητας
Εκεί που τα πουλιά σμίγουν
στον αέρα ,
με φωνούλες χαράς
Ωσπου να σβήσει ολότελα ο πόνος
και ο χρόνος να ξεχαστεί

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

[Πτήση Air France 447] / Βαγγέλης Αλεξόπουλος


Κάφτρα τσιγάρου
που εκτελεί βολή
με μέγιστο βεληνεκές
η πτήση Air France 447
απογειώθηκε στις 22:03 UTC
από το Ρίο ντε Τζανέιρο για Παρίσι
και πνίγηκε στις 02:14 UTC ακριβώς
300 χιλιόμετρα ανατολικά των νήσων Φερνάντο ντε Νορόνια
προς την κατεύθυνση Ντακάρ στη Σενεγάλη
σε αχαρτογράφητα νερά του Ατλαντικού
Τα τελευταία λόγια του πιλότου
«Σκατά, είμαστε νεκροί»
Ένεκα ο ύπνος και ο έρωτας

Βαγγέλης Αλεξόπουλος: [Ο βόμβος της πτερωτής του ανεμιστήρα στο άδειο δωμάτιο] είναι:


ένα ατμοσίδερο που σφυρίζει, σαν
τραίνο που επιταχύνει στην ανηφόρα
νικώντας την τριβή και την ώρα
Πονάνε τα χρόνια για μας
Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι
Πονάνε όπως οι ρόδες του τραίνου
που επιταχύνει στην ανηφόρα

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΝΩΡΙΣ / Αλεξανδρής Γιώργος


Γεν­νή­θηκα νωρίς.
Πρωί.
Έξω απ’ τον καιρό μου.
Χωρίς οιω­νούς και σημά­δια.
Του χρό­νου επι­στροφή.
Τελετή και σπουδή.
Γι’ αυτό με συνε­παίρ­νει η έπαρση,
και η βια­σύνη.
Να ξέρω τι έχασα,
να μάθω τι πρό­λαβα.
Τέκνο της άρνη­σης
και της προσμονής.
Γεν­νή­θη­κες αργά.
Κι εσύ πρωί.
Κάτο­πτρο κοίλο.
Και κυρτό.
Είδωλο αντε­στραμ­μένο.
Στα­θερό περί­γραμμα,
ευθεία ματιού.
Αρχαία γραφή και προ­φη­τεία.
Σε βλέπω στο αύριο
να μου μετράς αντί­στροφα τις μέρες.
Σ’ ανα­γνω­ρίζω μήτρα γης,
διά­σταση συμπα­ντική
στην ένταση της εξάρ­τη­σης,
στην έκσταση του νου.
Συνα­πα­ντη­θή­καμε νωρίς.
Εκβια­στικά,
έτσι όπως λένε «πολύ αργά».
Ανα­κά­λυψη της άρνη­σης του χρό­νου
και μέθεξη του κόσμου.
Γιατί σε περί­μενα.
Γιατί με ήξε­ρες.
Για να χαρά­ξουμε
στ’ απέ­ρα­ντο κενό μια σχι­σμή,
ίσαμε να’ μπει φως.
Και η ζωή!

ΜΑΡΙΑΝΘΗ / Αλεξανδρής Γιώργος


Μύρι­ζες άνθη.
Μοσχο­βο­λού­σες άνοιξη. Και νιότη.
Έλα­μπες φως.
Ανα­το­λί­της ήλιος .Και Θεός.
Κίναε στα μάτια σου η ζωή,
κι έφτανε ως το χαμό­γελό σου.
Κάλε­σμα ψυχής.
Τρε­μά­μενα χέρια. Βέβαια.
Φλο­γι­σμένα πρό­σωπα. Ικε­σία.
Και συμ­πτύ­ξαμε την αιω­νιό­τητα
σε μια άχρονη στιγμή
μ’ ένα ανε­πι­τή­δευτο φιλί.
Ήσουν φωτιά. Κι αγέρι.
Δρα­πέ­τευες στον καιρό.
Πνεύμα. Αλα­ζο­νικό αερικό.
Δίχως αρχή και τέλος.
Σημάδι της φυγής και της σιω­πής,
κόρη και ταίρι της επιστροφής.
Έφευ­γες σαν παιδί.
Δρα­σκέ­λι­ζες στον παρά­δεισο. Και στη ζωή.
Την προ­λά­βαι­νες.
Κι έτρεχα το κατόπι σου,
να ’μολο­γήσω της χαράς
στη γη για να χωρέσω.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΟΧΗ / Αλεξανδρής Γιώργος


Ανέ­συρε νοσταλ­γικά από αυρια­νές ημέ­ρες,
μνή­μες της χει­ρα­φε­τη­μέ­νης γενιάς του,
μαθη­τείες και κατα­κτή­σεις αυτό­νο­μης πορείας,
μύχια καθώς λευ­τε­ρώ­θηκε από τη βία της ιστο­ρίας
και την ανά­γκη της συνέ­χειας και της προ­ο­πτι­κής.
Φυλ­λο­μέ­τρησε με ενθου­σια­σμό αιρέ­σεις και ανα­τρο­πές,
ψηλά­φησε μ’ ευφο­ρία ορά­ματα και δημιουρ­γίες
κι ευτύ­χησε πρε­σβευ­τής μιας δόκι­μης επο­χής,
με ορι­σμό το σεβα­σμό και όνειρα για ορί­ζο­ντες.
Ήθελε ν’ ανή­κει στην εποχή του.
Όμως δεν ήταν αυθε­ντι­κοί ούτε κι ασύ­λη­τοι οι και­ροί
παρά γυμνός από­η­χος προσ­δό­κι­μων αυθαι­ρε­σιών,
παλιών επι­νο­ή­σεων πλοκή κι ενο­χι­κών ανα­θη­μά­των.
Και σάστισε που θήτευε στη δυνα­στεία της διδα­χής,
που ανα­κά­λυ­πτε το λόγο του σε ξένες προ­φη­τείες
και μάθαινε τη μίμηση και την απο­δοχή
ως λυτρω­τική κατά­κτηση και ολο­κλή­ρωση προ­σω­πική.
Ήθελε να του ανή­κει η δική του εποχή.
Ανοι­χτή κι αμφί­δρομη, χωρίς ανα­φο­ρές και δικαιώ­σεις,
αναλ­λο­τρί­ωτη από πρό­τυπα χρη­σμούς και δικαιώ­σεις,
θέσπι­σμα ομό­θυμο χωρίς ιδα­νι­σμούς και πιστώ­σεις.
Και διεκ­δί­κησε τη δική του ακη­δε­μό­νευτη εποχή.
Όλα δεν είχαν ειπω­θεί, όλα δεν είχαν γίνει.
Περίσ­σευε η γνώση και η ασχη­μά­τι­στη ορμή,
το δικαί­ωμα στο όνειρο και η ελευ­θε­ρία στη ζωή.

Από τη συλλογή "ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ"

Βασίλης Σπανός: Δύο (2) ποιήματα

Mελάνι βυθού
Κάθε χειρονομία μελανιού,
κάθεται πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί
κι εγώ ένα σίγμα η ένα νι λεπτομερειών.
Άλλοτε ένας οβελίσκος απογοήτευσης
κι'άλλοτε πάλι ένας πυκνωτής χαράς.
Οι εικόνες με λατρεύουν,
ορίζονται από την προσκόλλησή μου
και τις απαιτήσεις μου για νοσταλγικά τοπία,
είναι οι ελκυστικές μου ερωμένες,
κι'άλλοτε μικρές κυριαρχίες και στίγματα.
Όλα είναι μια εξόφληση εξηγήσεων,
μια κραιπάλη κινήσεων των δαχτύλων,
σταγόνες βαφής και χαμένα δόγματα
μιας θρησκείας χωρίς κεριά και αγίους,
γραμμένης στους τοίχους της μνήμης.
Έχω την ίδια θρησκεία,μ'αυτό το δέντρο εκεί,
με τα κόκκινα τριαντάφυλλα στο βάζο μου,
με τον αέρα που αναπνέω,
με το βότσαλο που κρατώ στα χέρια μου
κεντημένο με σχέδια βυθού και κυμάτων.
Το μπλε η το μαύρο μελάνι μου,
ζωγραφίζουν πάνω σε λευκό χαρτί
κάθε φορά,σαν σε καμβά,
την μορφή και τα πέταλα ενός σιωπηλού λωτού.
Ήθελα να είμαι μόνος.
Τώρα είμαι απλά μια υποθήκη.

**

Στέμφυλα και στάγματα

Τα στέμφυλα ως έκφυλα
σώματα ωραίων γυναικών
έδωσαν τους χυμούς τους
θυσία εις του Διόνυσου
το οργιώδες καύμα.
Πατήθηκαν οι ρόγες τους
με δύναμη κι'ορμή
εφηβικών μηρών
και αντρικών πελμάτων,
οδύνη κι'ηδονή ανταμώνοντας
μέσα στο ιερό του μυστηρίου
δισκοπότηρο
με ιδρώτα και άλατα
από μετώπες και υπέρθυρα
στεφανωμένα από βοστρύχους.
Έτριζαν οι βότρυες παραδομένες
σε μία τήξη
ωδίνων τοκετού παφλάζουσα
στάζοντας γλεύκος ερυθρό
γεμίζοντας τον κάδο
με ζάκχαρα,αμινοξέα και φαινόλες.
Φώναζε η μάνα από κάτω
πρόσεχε γιε μου μη γλιστρήσεις
κράτα ρυθμό παιδί μου
μην κουράζεσαι,
κι'ο έφηβος ο πατητής
συνεπαρμένος απ'την απόλαυση
του μυστηρίου του Διονύσου
σαν σ'έκσταση ερωτική
δεν άκουγε,δεν έβλεπε
μόνο βυθίζονταν
μες στην υγρή τη μήτρα
των έκφυλων στεμφύλων.
Όσο βυθίζεται η ηδονή
στο γλεύκος της οδύνης
τόσο γεμίζει η ψυχή
στάγματα κι'αποστάγματα
ευτρόπιας πανδαισίας
μ' ενός βρασμού το νόστιμον
στα χείλη της ζωής.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ : Ποιητική Συλλογή της Φιλαρέτης Βυζαντίου έτους 2018

ΦΙΛΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ


Φιλιά μου πετροκέρασα
αιμάσσοντα , φθονερά
Έτσι καθώς φυτρώνετε
στις παρυφές του πόθου
αφήστε με να οσμισθώ
την άχραντη ευωδιά σας

Είναι σκληρό να μη μπορώ
τουλάχιστον να σας ψαύσω
Ούτως ή άλλως η γλώσσα σας
με γραμμική ομοιάζει
Κι εγώ αγράμματος εραστής
πώς να σας ερμηνεύσω;

ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ I


Είπα
θ' αφήσω το αποτύπωμά μου εκεί
εκεί στο μισάνοιχτο στρείδι
των χειλιών σου
άσπιλο μαργαριτάρι
να μαρμαρώνει τη μνήμη
αιώνια


ΣΙΣΥΦΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


Βρεγμένοι δρόμοι
μιας κοιμώμενης πόλης
Οι λακκούβες προσχηματικές
Οι λογισμοί πριόνια
Οι πιτσιλιές της νύχτας
στο μεσοφόρι μου
Ο πόθος κατακερματισμένος
Η ομπρέλα υγρός λυγμός
Η καρδιά θρυμματισμένη

Ω. ! ασίγαστες σιωπές
και συ, ψυχή μου
των κεραυνών
και των Βεζούβιων
πώς αντέχεις να επωάζεις
έναν σισύφειο έρωτα

ΝΑ ΓΙΑΤΊ...


Να γιατί κάθε νύχτα
αλυσοδένω τα ρήματα
Να γιατί κάθε νύχτα
εχθρεύομαι τις παραλήγουσες
Γιατί π αιωνιότητα
τριγυρνάει αδέσποτη
κι αν πέσω πάνω της
χωρίς αντισώματα πια
θα μείνω αθάνατα
απελπισμένη


ΥΠΕΡΤΑΧΕΙΑ


Ταξιδεύω τη ζωή μου
με υπερταχεία
ανηλεούς κατεύθυνσης
Στο τελευταίο βαγόνι
υπνώττουν οι επιβαίνουσες
προσδοκίες
Τσάι καυτό πάνω σε ράγες
εαρινής ομολογίας
ήττας
Δυο περιστέρια αυτόχειρες
σε μετωπική ιδεολογιών
Ο ινδός απέναντι μου
βυθισμένος
σε ένα οξειδωμένο ροκ
Πόση ζωή ξυπόλητη
αντέχει
να κουβαλάει απόψε
ο συρμός
των 12 παρά πέντε
γκρεμούς ;


Φιλαρέτη Βυζαντίου (μικρή αναφορά)



Η Φιλαρέτη Βυζαντίου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας Φ. Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπακα Τρικάλων, Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές. 
Έργα της κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες.  

Ποιητικές Συλλογές:
Το «Πυρ Εσώτερον» (2018) 

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ / Βυζαντίου Φιλαρέτη


Τα χέρια κλαδιά σε αποστασία
από το κορμί
Τα βλέπω στον ύπνο μου κάθε βράδυ
Mε τυλίγουν με σκληρότητα
Ασφυκτιώ
Ζητώ μια ελάχιστη επιείκεια
Μου την αρνούνται
Νιώθω την ευγένεια τούτης της ανερμάτιστης ώρας
Θα ήθελα να θυμώσω μαζί της
Αλλά κουράστηκα να υποκύπτω
στις απαιτήσεις του χρόνου
Κι ας είναι πανδαμάτωρ
Άλλωστε του μοιάζω
Άγριες σκέψεις παιδιόθεν
έμαθα να τιθασσεύω
Σπάζω το μολύβι μου κομμάτια
να ταΐσω τους πεινασμένους μου ουρανούς
Βρέχει άρνηση
Μα έχω γίνει αδιάβροχη στις πικρές λέξεις
Τώρα θα παίξω
Παίρνω μια σφεντόνα
και σημαδεύω αλύπητα τα σκληρά κλαδιά μου
Ω! μην αμφιβάλλεις
Πάντα η οργή μου υπήρξε απολύτως εύστοχη!
( ''ΑΞΟΔΕΥΤΟ ΦΩΣ'' 2018-19)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.