Σελίδες

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ / Αλεξανδρής Γιώργος


 Πάνω από το σκήνωμα  της ιστορίας,
αλυχτούν νιόκοποι προφήτες και κριτές,
βυσσοδομούν παλιοί ταγοί και στοχαστές
και οι άλλοι, σωπαίνουν και ισορροπούν
συνωμότες βέβηλοι και απαθείς λιτανευτές .
Όλοι τους το γνωρίζουν και  ομονοούν
πως τούτη η έκπτωτη γνώση και αξία
ποτέ της δεν ήταν διδαχή και συμμόρφωση
ούτε ανάπλαση μνήμης και χρόνου αντιγραφή
παρά μια συνεχής και ασπούδαστη αρχή
σ’ ένα επαναλαμβανόμενο δίχως στίγμα τέλος.
Παράσταση, μία ως ανάθεμα και μία ως ευχή.

Μπροστά από τους ελεήμονες καιρούς οι ανάγκες
και οι εμπνεύσεις πίσω από την απροσποίητη οργή,
πεισματικά γυμνώνουν συνθήματα και ρήσεις,
μ’ ευλάβεια ξορκίζουν εφησυχασμούς και πλάνες
και διορατικά ερμηνεύουν εποχές και συνειδήσεις.
Μηνύματα, χρησμοί και επαγγελίες τους καλούν
στης γνώσης το δικαίωμα στο χρέος της ευθύνης
αλλά κανείς δεν είναι εκεί τις μαρτυρίες να δικαιώσει
ούτε εκείνοι οι άσπιλοι στο παραλήρημα της ηθικής
ούτε και τούτοι οι άμοιροι με τη συνέπεια της σιωπής
αφού στην ιδιώτευση τη ζωή τους προλαβαίνουν.
Η αθώωση, μία ως συναλλαγή και μία ως συνενοχή.

                  Γιώργος  Αλεξανδρής

ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΠΝΕΥΜΑ / Σταυραετός / Β.Α

 


 

Ανοιξιάτικες μέρες

φυτεμένες δίπλα στο ποτάμι του χρόνου

καθρεφτίζονται στη ροή της εν ζωή ματαιότητας

ζωγραφίζοντας πάνω στις αντανακλάσεις

της εικονικής επιβιωτικής αισιοδοξίας

με τέχνη ψεύτικους πίνακες

που θα χαθούν μέσα στη βαθιά νύχτα.

Μαγιάτικα λουλούδια και πρασινάδες

στολίζουν τα εσπερινά κάδρα των εικόνων της φύσης.

Αηδόνια νιας φεγγαρόφωτης ελπίδας

αρχίζουν του φωτισμένους κι από τον Έσπερο

γλυκύτατους παρηγορητικούς επικήδιους

για τις απώλειες της ψυχικής μέρας

κρυμμένα στο αναλόγιο της μάνας φύσης.

Ο ιερέας θάνατος σφίγγει τις θηλιές των οριζόντων

και χαμογελάει ακατανόητα σπέρνοντας ένα παράξενο δέος που είναι ποτισμένο με το φόβο

του καθημερινού αγνώστου

ατενίζοντας την τελευταία κατάδυση του ήλιου.

Τα ψάρια της ζωής αργοπλέουν 

τσιμπολογώντας τα σπλάχνα του ημίσκοτου ποταμού.

Άλλα κολυμπώντας αντίθετα στο ρεύμα

και άλλα συμπλέοντα με τον τελικό σκοπό της λήθης

περιμένοντας και τα δύο ένα άγνωστο έλεος.

Πένθιμα δέντρα γέρικα με γερμένα κλαδιά καθρεφτίζονται

πάνω σε μια παραμορφωτική μεταμόρφωση της ροής.

Το τελευταίο μαύρο πουλί

αποχαιρετά την αλαζονεία της υψηλής φτερούγας

και κουρνιάζει σε ένα ταπεινό δασύφυλλο κλωνάρι.

Κάθε ύλη καταλήγει μέσα στο μεγάλο νικητή τη νύχτα.

Αλλά η μάχη της ύπαρξης δεν τελειώνει εκεί.

Εκεί τελειώνουν τα μη όντα ή το πολύ ανακυκλώνονται.

Τα Όντα δε θα νικηθούν ποτέ από το σκοτάδι.

Γιατί το πνευματικό φως δε γνωρίζει τη νύχτα.

Γι’ αυτό έχει πάντα μια Αθάνατη Αιώνια  Παντοτινή Άνοιξη.

 

                                                                            Β.Α.