Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Η σπίθα / Παπασταθόπουλος Γεώργιος

                        

 

                         Χωνεύω σαν τη σπίθα μες στη στάχτη,  

                         αλλά χωρίς στιγμή να πτοηθώ,  

                         γνωρίζω πως στο τέλος θα σωθώ,  

                         απ’ όσους με θωρούν πάντα με άχτι!  

 

                         Ξέρω του καθενός παραχαράχτη  

                         τις μηχανορραφίες ν’ απωθώ  

                         κι ούτε ποτέ θα χάσω αγαθό,  

                         με τελεσφόρο για τους κλέφτες φράχτη!  

 

                         Γι αυτό κρατώ τη σπίθα ζωντανή,  

                         με τις αναπνοές μου νύχτα - μέρα  

                         κι εκείνη με τον λιγοστό μου αέρα,  

 

                         καθόλου δε φοβάται τη θανή!  

                         Κι ως Φοίνικας θα βγει και πυρκαγιά,  

                         γιατί κρατώ στις στάχτες τη μαγιά!  


ΑΡΕΙΜΑΝΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ - (Τελευταίο μέρος) (Το πρώτο προεπαναστατικό στρατιωτικό σώμα γυναικών)Σούλι. Σουλιώτες – Σουλιώτισσες

      

Γράφει η Κυριακή Μάγκουρα - Αγγελάκη
    



Ο τραγικός χαλασμός των Μποτσαραίων – Κουτσονικαίων


Το δράμα της εξόδου των Σουλιωτών στο Σέλτσο ολοκληρώθηκε με τον χαλασμό της μεγαλύτερης ηρωικής φάρας, αυτής των Μποτσαραίων. Τραγικοί σύζυγοι, τραγικοί πατέρες, τα αδέλφια Κίτσος και Νότης Μπότσαρης. Νεκρός ο αδελφός τους, ο Νίκαιζας. Η δεύτερη σύζυγος του Κίτσου, η Αναστασία Μπότσαρη το γένος Μακαντώνη πεθαίνει από τα τραύματά της, καθώς μεταφέρεται αιχμάλωτη στα Γιάννενα και ενταφιάζεται στο χωριό Κομτζιάδες της Άρτας. Αιχμάλωτοι οδηγούνται ο γιος του Κίτσου Κώστας, και οι κόρες του Κίτσου, Δέσπω και Αγγελική. Νεκρά τα παιδιά του, ο Γιαννάκης και ο Γιώργης που έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά στην πρώτη γραμμή. Πνίγεται η καπετάνισσα Ελένη στον Αχελώο. Από πνιγμό στο ποτάμι πεθαίνει άλλο ένα μικρό παιδί του Κίτσου, αγνώστου ονόματος, καθώς μεταφερόταν με άλλα γυναικόπαιδα στη Λάρισα, γράφει ο Δ. Οικονόμου στο έργο του «Το Σούλι», σελ. 43.

Τραγική η θέση και του ήρωα Νότη Μπότσαρη, αφού συλλαμβάνεται βαριά τραυματισμένος και οδηγείται αιχμάλωτος από τους Τουρκαλβανούς στην αυλή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα. Φυλακίζεται στο φρούριο της Κλεισούρας από όπου θα δραπετεύσει αργότερα (1806) και θα περάσει στην Κέρκυρα. Η γυναίκα του, η Χριστίνα Μπέκα, και η κόρη του, η ωραία Ελένη, σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν, ενώ η κόρη του, η Αγγελική, αιχμαλωτίστηκε. Η μητέρα του, η γριά Δέσπω Κουτσονίκα, και τα παιδιά του, Αθανάσιος και Ιωάννης «Γιάννος», σκοτώνονται. Η σύζυγος του Γιαννάκη Κουτσονίκα, η Ελένη, αιχμαλωτίζεται μαζί με τα δύο βρέφη της, αλλά ελευθερώνεται στα Ιωάννινα μετά από είκοσι μέρες «επεμβάσει Χριστιανών και Οθωμανών των Ιωαννίνων», γράφει ο Δ. Καρατζένης, στο έργο του «Η Μάχη του Σέλτσου», σελ. 49. Ζάλογγο, Ρηνιάσσα, Σέλτσο αποτελούν τριλογία θυσιών. Αιματοβαμμένοι τόποι με το ηρωικό αίμα ανυπότακτων ψυχών. Δύο χιλιάδες είναι τα θύματα της θηριωδίας του πανούργου Αλή Πασά. Από τους τελευταίους μάρτυρες των 1.400 Σουλιωτών και Σουλιωτισσών στο Σέλτσο, μόνο 80 άνδρες και 2 γυναίκες διασώθηκαν. Από αυτούς 65 ή 54 πέρασαν τον ποταμό Αχελώο και κατέφυγαν στα Άγραφα, με οπλαρχηγό τον Σουλιώτη Λάμπρο Κοσμά. Εκεί συνεργάζονται με τα παλικάρια του ατρόμητου Καπετάνιου των Αγράφων, τον Αντώνη Κατσαντώνη, κατά τα έτη 1805 – 1806 και πολεμούν τους Τούρκους. Ελάχιστοι Σουλιώτες και Σουλιώτισσες που διασώθηκαν μετά την καταστροφή του τόπου τους εγκαταστάθηκαν στα γύρω χωριά ή κατέφυγαν τελικά στην Κέρκυρα. Πρόσφυγες στα Επτάνησα, οργανώνονται στα ηπειρωτικά τάγματα κάτω από τη ρωσική σημαία και αργότερα τη γαλλική, εναντίον των Τουρκαλβανών.

Η δολοφονία του ήρωα Κίτσου Τζαβέλα

Ακόμη κι εκεί στην ξενιτιά, ο Αλή Πασάς δεν μπορούσε να ανεχθεί τους Σουλιώτες απέναντί του. Ήθελε με κάθε τρόπο να τους απομακρύνει από την Κέρκυρα ως επικίνδυνους, αφού και κάτω από τη σημαία των ξένων ήταν πάλι αντίπαλοί του. Έτσι θέτει σε εφαρμογή το δόλιο σχέδιό του, κάνοντας δύο κινήσεις καλής θέλησης. Η πρώτη είναι να ελευθερώσει τον φυλακισμένο Νότη Γ. Μπότσαρη και η δεύτερη να πετύχει την επιστροφή του ακαταμάχητου Κίτσου στα πάτρια εδάφη με ανταλλάγματα.  Παράλληλα συνωμότησε και στη δολοφονία του.

Ο αρματωλός του Ραδοβυζίου Γώγος Μπακόλας, με τις συστάσεις του αρματωλού Δ. Καραϊσκου, δολοφονεί ένα βράδυ του Γενάρη του 1813 τον Κίτσο Γ. Μπότσαρη στην Άρτα, όταν ο τελευταίος φιλοξενούνταν στο σπίτι του παπουτσή Ρίζου. Αυτό ήταν το δραματικό τέλος του γενναίου ήρωα Κίτσου. Το έργο του θα συνεχίσουν άξιοι ήρωες της φάρας των Μποτσαραίων : οι δύο γιοι του, Μάρκος και Κώστας, ο αδελφός του, Νότης Μπότσαρης, και οι υπόλοιποι Σουλιώτες και Σουλιώτισσες.

Δεκαπέντε χρόνια κράτησε η γενναία αντίσταση των Σουλιωτών κατά του φοβερού Αλή Πασά. Έτσι ο χρόνος αυτός καλλιέργησε στους Έλληνες Κλέφτες και Αρματωλούς την ομοψυχία, το πνεύμα της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Αφυπνίστηκε η εθνική συνείδηση. Οι Σουλιώτες ως εμπειροπόλεμοι και πολέμαρχοι γίνονται η μαγιά του επαναστατικού στρατού. Αγωνίζονται σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας για την Λευτεριά. Ίσως η παρακάτω ανώνυμη και αχρονολόγητη επιστολή, την οποία έλαβαν οι Σουλιώτες του Φώτου Τζαβέλα και του Δήμου να εκφράζει τον πόνο των ξεριζωμένων Σουλιωτών και Σουλιωτισσών, αλλά στην πράξη οι Σουλιώτες έγιναν η φωτιά που άναψε η Επανάσταση του 1821, από τη Δυτική και Κεντρική Στερεά Ελλάδα, έως την Πελοπόννησο.

«Έκαψεν ο καλόγερος του Κούγκι! Τώρα εχάλασεν ο κόσμος! Εχάθηκαν οι αδελφοί μας εις το Ζάλογγον, εις την Ρηνιάσσαν και εις το Σέλτσον. Ο Κίτσος (Μπότσαρης) έδωκεν εις τους εχθρούς νέον μάθημα εις το Ζάλογγον και το Σέλτσον.
Αλλά τι καταλάβαμε!
Έπεσε το Σούλι!!!
Εχάθηκεν ο κόσμος! *

*Από το βιβλίο της Σ. Αλιμπέρτη «Αι ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως», 1933, σελ. 133.   


      Στο Σούλι

Τα στουρναρένια στήθια σου,
πλάτανοι δεν τριχώνουν
ή φράξα και πυξάρια
Λίγοι βλαστοί απ’ τα σπλάχνα σου
– αμάραντοι- φυτρώνουν
Τους λένε παλικάρια.

Αλέξανδρος Πάλλης
(Συλλογή Ταμπουράς και Κόπανος, 1907)

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

ΑΡΕΙΜΑΝΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ :Το πρώτο προεπαναστατικό στρατιωτικό σώμα γυναικών) Σούλι. Σουλιώτες – Σουλιώτισσες

(Γράφει η Κυριακή Μάγκουρα - Αγγελάκη)




(Εικόνα: Γέφυρα Κοράκου, το μεγαλύτερο μονότοξο γιοφύρι των Βαλκανίων)


Η πρώτη επίθεση στο Σέλτσο
15 ιανουαριου 1804

Από τις 12 Ιανουαρίου 1804, 8.000 άνδρες του Αλή Πασά στρατοπεδεύουν στις πλαγιές Νεγκόζη – Φρούστα – Βρεστενίτσα, ενώ ένα τάγμα Τουρκαλβανών φυλάει στη γέφυρα Κοράκου επί του Αχελώου, τη μοναδική δίοδο για τα Άγραφα.  Από τα 1.400 άτομα των Σουλιωτών, η μάχιμη δύναμη είναι 360 ένοπλοι άνδρες και 140 μάχιμες, ένοπλες γυναίκες. Στις 14 Ιανουαρίου 1804, οι εχθροί πλησιάζουν τα χαρακώματα των Σουλιωτών. Στις 15 Ιανουαρίου 1804, 2.000 στρατιώτες του Μπεκήρ Τζογαδούρο επιτίθενται το ξημέρωμα στα οχυρά της πρώτης γραμμής άμυνας των Σουλιωτών, που είχαν αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη. Η μάχη διαρκεί 4 ώρες με κατά μέτωπο επίθεση και στα δύο οχυρά της ατραπούς. Η πεισματώδης ορμή των Τουρκαλβανών αποβαίνει άκαρπη. Οι εχθροί αιφνιδιάζονται από τη σθεναρή απόκρουση της επίθεσής των  και ντροπιασμένοι επιστρέφουν το μεσημέρι στο στρατόπεδό τους στη Βρεστενίτσα. Ο απολογισμός της επίθεσης είναι 78 νεκροί Τούρκοι και 195 τραυματίες. Στους Σουλιώτες υπάρχουν 6 νεκροί και 11 τραυματίες. Οι Τουρκαλβανοί κατάλαβαν ότι η κατά μέτωπο επίθεση δεν φέρνει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και γι’ αυτό άρχισαν τη στενή πολιορκία, ώστε να τους αναγκάσουν να παραδοθούν από την πείνα και τις στερήσεις.

Το τοπωνύμιο «Σιδηρένιο»

Οι αμυνόμενοι Σουλιώτες της φρουράς σε μια κάμψη της ατραπούς προς τη Μονή έμπηξαν έναν σιδερένιο σταυρό, σύμβολο της γενναίας αντίστασης και της σιδηράς θέλησής τους. Έτσι το οχυρό αυτό ονομάστηκε «Σιδηρένιο» και μέχρι σήμερα υπάρχει ως τοπωνύμιο εκεί.

Η πολιορκία

Η πολιορκία αρχίζει και διαρκεί τρεις μήνες. Οι πολιορκημένοι αποκρούουν τις εφόδους του εχθρού, όμως τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα λιγοστεύουν. «Ο Κίτσος Μπότσαρης επιτέλεσε θαύματα ανδρείας και στρατηγικής ικανότητας», γράφει η Σωτηρία Αλιμπέρτη στο έργο της «Ηρωίδες της Ελληνικής Επαναστάσεως», σελ. 126. Και συνεχίζει : «Οι γυναίκες εμάχοντο ως οι άνδρες».

«Ούτε οι στερήσεις και οι κακουχίες, ούτε ο πανικός της μεγάλης υπεροχής του εχθρού τους κατέβαλε. Με αξιοθαύμαστον καρτερικότητα και αδάμαστον θάρρος αντιμετώπιζαν όλας τα καταδρομάς της κακής των τύχης», αναφέρει ο Δ. Καρατζένης στο έργο του «Η Μάχη του Σέλτσου», σελ. 33.

Ο Αλή Πασάς, μέχρι τα μέσα Απριλίου 1804, έβλεπε ότι το αναμενόμενο αποτέλεσμα δεν ερχόταν και γι’ αυτό έκανε δυο κινήσεις πίεσης. Η πρώτη ήταν να στείλει μια καυστική επιστολή στις 15 Απριλίου 1804 στους στρατηγούς του χαρακτηρίζοντάς τους ανάξιους, αδρανείς και άνανδρους, γιατί είχε περάσει ένα τετράμηνο χωρίς να καταφέρουν να εξοντώσουν μια χούφτα κατσικοκλέφτες, όπως αποκαλούσε τους Σουλιώτες, και τους έδωσε προθεσμία δέκα ημερών για να επιφέρουν την τέλεια καταστροφή των εχθρών τους, διαφορετικά θα τους αντικαθιστούσε με ικανότερους αρχηγούς. Η δεύτερη κίνηση ήταν με την πανουργία, δηλαδή να βρει προδότη.

Η προδοσία

Πολλές εικασίες υπάρχουν σχετικά με το πρόσωπο του προδότη. Όλες όμως οι απόψεις συμφωνούν ότι το πρόσωπο αυτό ήταν Έλληνας από την περιοχή αυτή και σε κάθε περίπτωση θα είχε αντάλλαγμα η προσφορά του. Οι περισσότεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι την προδοσία του ευπαθούς φυλακίου την έκανε ο Γεώργιος Κύργιος, ανεψιός του προσκυνημένου οπλαρχηγού Ζήκου Μίχου, από τη Λάκκα Λελόβων, «ο οποίος ήταν πάντα στην υπηρεσία του Αλή και ως οπλαρχηγός συνέπραττε μετά των στρατευμάτων του», αναφέρει ο Δημ. Καρατζένης στη «Μάχη του Σέλτσου», σελ. 57-58.  Όπως αναφέρει ο γιατρός Ιωάννης Λαμπρίδης στο έργο του «Αλή Πασάς», σελ. 57-58, «Ο Ζήκος Μίχας, θέλων να εξυπηρετήσει τον αυθέντη του Αλή, έφερε εις επαφήν με αυτόν τον ανεψιόν του, Γεώργιον Κύργιον, πρόθυμον να εκτελέση τους σκοπούς και τα σχέδιά του. Εις αντάλλαγμα δε της εκδουλεύσεως αυτής υπεσχέθη να τον διορίση έπειτα Οπλαρχηγόν της Λάκκας». Ο Γεώργιος Κύργιος (ή Γώγος Κύριος) εκ Μπάλας μετέβη στο τουρκικό στρατόπεδο για να συνεννοηθεί με τους Τούρκους στρατηγούς και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στη Μονή και προσποιούμενος διαβεβαίωνε τους Σουλιώτες ότι είχε πέσει σε δυσμένεια του Αλή και ότι τον κατεδίωκε. Ο Κίτσος Μπότσαρης, ευκολόπιστος καθώς ήταν, παρασύρθηκε από τα λόγια του (ο Ι. Λαμπρίδης γράφει ότι ήταν σύγαμπροι με τον Κύργιο) και τον έστειλε στο πιο ευπαθές φυλάκιο τους Κορυφογραμμής, αυτό του Προφήτη Ηλία, που το διηύθυναν ο Λ. Παλάσκας και ο Λάμπρος Γούσης. Το συμβούλιο των Τούρκων στρατηγών της 20ης Απριλίου 1804 αποφάσισε επίθεση πριν την ανατολή του ηλίου της επομένης ημέρας.
 
Η δεύτερη επίθεση – Η πάλη – Το δεύτερο Ζάλογγο
21η Απριλίου 1804

Ο Γ. Κύργιος την προηγούμενη νύχτα της επίθεσης, που ήταν φρουρός στο φυλάκιο του Προφήτη Ηλία, δραπέτευσε προς το εχθρικό στρατόπεδο και τα χαράματα οδήγησε 3.000 Τούρκους με τον στρατηγό Τζογαδούρο μέσα από απόκρημνα μέρη στο προδομένο οχυρό του Προφήτη Ηλία, στο ψηλότερο σημείο που φυλασσόταν από τους λιγότερο μάχιμους Σουλιώτες. Η γενναία και σθεναρή αντίσταση των 36 ανδρών επί έξι ώρες ήταν δραματική. Η πρώτη αυτή δύναμη των Τούρκων μετά την πολύωρη απόκρουση, αλλά και λόγω του επικίνδυνου ανώμαλου εδάφους αποσύρεται εξαντλημένη και νέα δύναμη «θανάτου» από 1.200 Αλβανούς εφέδρους ρίχνεται ξανά στη μάχη. Ο εχθρός με δυσκολία φτάνει στο φυλάκιο και οι λίγοι Σουλιώτες με μαχαίρια και ξίφη αγωνίζονται σώμα με σώμα.

Το μεσημέρι της 22ας Απριλίου, η άνιση μάχη λήγει. Έπεσαν όλοι οι Σουλιώτες πλην του Λ. Παλάσκα και του Λ. Γούση, ο οποίος τραυματίστηκε. Η επίθεση όμως συνεχίζεται και από τα νότια με τα άλλα τμήματα του εχθρικού στρατού στα οχυρά «Σιδερένιο» και Φράξου. Εδώ γράφονται ηρωικές σελίδες των Σουλιωτών. Στην περιοχή της Μονής επικρατεί σύγχυση. Οι αγωνιστές Σουλιώτες που φοβήθηκαν ότι κυκλώθηκαν, αφήνουν τα μετερίζια και μαχόμενοι τρέχουν προς το προαύλιο της Μονής για να προστατέψουν τα γυναικόπαιδα. Από τα οχυρά μέχρι το προαύλιο της Μονής γίνονταν συμπλοκές. Πολλοί υπερασπιστές πέφτουν από τα πλήγματα του εχθρού. Ο Κίτσος και ο Νότης φτάνουν στη Μονή και συνεχίζουν τη μάχη, όμως τμήματα των φανατικών Αλβανών έχουν φτάσει νωρίτερα με σκοπό να αιχμαλωτίσουν τα γυναικόπαιδα και να αρπάξουν ό,τι βρουν. Ο Νότης Μπότσαρης φέρει τέσσερα τραύματα που έλαβε από το φυλάκιο που υπερασπιζόταν μέχρι το προαύλιο της Μονής. Εξακολουθεί τραυματισμένος να υπερασπίζεται τα γυναικόπαιδα από τη σφαγή και την αιχμαλωσία με όλες του τις δυνάμεις. Σε μια στιγμή, κατάκοπος όπως ήταν, γλίστρησε και έπεσε σε μια παρακείμενο τάφρο και χτύπησε. Όταν συνήλθε, βγήκε από κει μέσα, αλλά μην μπορώντας να κινηθεί από τα τραύματα και την πτώση συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους Τούρκους και οδηγείται στα Ιωάννινα και εν συνεχεία στις φυλακές της Κλεισούρας.

Τα δυο αδέλφια δίπλα-δίπλα

Σε μικρή απόσταση από τη Μονή, η φρουρά της Β’ αμυντικής ζώνης με αρχηγό των ανδρών τον Γιαννάκη, τον πρωτότοκο γιο του Κίτσου Μπότσαρη, και των μάχιμων γυναικών την Ελένη Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου, μάχονται δίπλα-δίπλα. Τραγικές σκηνές ηρωισμού και θυσίας εξελίσσονται. Άνδρες και γυναίκες σύντομα παλεύουν σώμα με σώμα με τους Τουρκαλβανούς, χρησιμοποιώντας μαχαίρια, πέτρες και ξύλα, όπως περιγράφει ο Χρ. Περραιβός. Η εχθρική πίεση είναι μεγάλη και οι αγωνιστές υποχωρούν προς τον περίβολο της Μονής. Η μάχη εξαπλώνεται. Ακόμα και οι Σουλιώτισσες που ήταν στη Μονή μαζί με τις γριές επιτίθενται με ό,τι όπλο ή πέτρα ή άλλο αντικείμενο βρισκόταν μπροστά τους. Επικεφαλής των γυναικών είναι η Ελένη Μπότσαρη, η θεία της, η Χριστίνα Μπέκα, σύζυγος του Νότη Μπότσαρη, κι ακόμη η εξαδέλφη της, Ελένη, η πρωτότοκη κόρη του Νότη και της Χριστίνας. Όλες οι γυναίκες δείχνουν μεγάλο ηρωισμό. Πυροβολισμοί, φωνές, θρήνοι, αλαλαγμοί, κατάρες των γυναικόπαιδων φανέρωναν τη σύγχυση, την αγωνία των ζωντανών νεκρών του άνισου αγώνα. Η Ελένη Μπότσαρη εξακολουθεί να μάχεται στον χώρο της Μονής. Σε μια στιγμή, πλησίον της, ο αδελφός της Γεώργιος πέφτει από τα πλήγματα των Αλβανών μαζί με άλλους μαχητές. Ακριβώς μπροστά στη Μονή πέφτει και ο άλλος αδελφός της, ο Γιαννάκης. Τότε αντιλαμβάνεται ότι όλα έχουν τελειώσει. Μεταξύ των σκοτωμένων είναι η 21ετης κόρη του Νότη, Ελένη Μπότσαρη, ο Γέρο Νικόλαος Κουτσονίκας και οι γιοι του, Αθανάσιος και Ιωάννης, ο Δήμος Βάγιας και εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες της πατριάς των Μποτσαραίων. Πολλές γυναίκες συλλαμβάνονται, όπως η δεύτερη σύζυγος του Κίτσου, η Αναστασία Μακαντώνη, βαριά τραυματισμένη, ο γιος του Κίτσου, Κώστας, η Χριστίνα, η κόρη του Νότη, Αγγελική, ο Χρίστος Βάγιας, ο Ζήκος Ράδος, η σύζυγος του Γιαννάκη Νικ. Κουτσονίκα με τα δύο βρέφη της, Αθανάσιο και Λάμπρο.

Το νέο Ζάλογγο

Το δράμα κορυφώνεται όταν μέσα στον χαλασμό ακούγεται μια γυναικεία φωνή : «Θάνατος και όχι σκλαβιά». Με το σύνθημα αυτό όλες οι γυναίκες όρμησαν έξω από τη Μονή και τα κελιά με τα παιδιά στην αγκαλιά τους. Διακόσιες και πλέον Σουλιώτισσες με τα παιδιά τους πλήττονται από τους Τουρκαλβανούς, τρέχουν και κατηφορίζουν μέσα από τα βράχια προς τον ποταμό Αχελώο, προς τη γέφυρα του Κοράκου. Σύμφωνα με τον Γούδα, στους «Παράλληλους βίους» του, η Ελένη Μπότσαρη, η κόρη του Νότη, μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, Χριστίνα, μέχρι τον βράχο της όχθης πλησίον του Αχελώου, κι επειδή είδε ότι θα συλληφθούν από τους εχθρούς, έριξε πρώτα τη μάνα της στον ποταμό και μετά έπεσε κι η ίδια. Πολλές γυναίκες τις πρόλαβαν οι εχθροί και τις κατέσφαξαν, άλλες τις απώθησαν ώστε να γκρεμιστούν στο βάραθρο και άλλες έφτασαν στον ποταμό. Όμως επειδή τα νερά ήταν φουσκωμένα δεν μπόρεσαν να τον διαβούν, κι όσες το επιχείρησαν παρασύρθηκαν από την ορμή τους και πνίγηκαν.

Με τη δύση του ήλιου, εκατόν εξήντα γυναικόπαιδα φτάνουν στο ποτάμι. Βλέπουν με απόγνωση ότι η γέφυρα του Κοράκου είναι κατειλημμένη από τον εχθρικό στρατό. Κάθε ελπίδα να περάσουν στα Άγραφα σβήνει. Έτσι στέκουν στην άκρη του βράχου και  κατακρημνίζονται στα ρεύματα του Αχελώου.


     Το δεύτερο Ζάλογγο
Σκελετωμένα σώματα καρφωμένα στα βράχια
με βλέμμα θλιμμένο στα πελιδνά τους  πρόσωπα.
Άσχημα παιχνίδια της μοίρας.
Το έργο το είχαν ξαναδεί.
Δε βγαίνει φωνή ούτε δάκρυ,
σταυρωμένα βλέμματα με κοινή υπογραφή,
«Θάνατος κι όχι σκλαβιά».
Πέφτουν λυτρωμένες και λεύτερες
στα νερά του Ασπροπόταμου
αγκαλιά με τη συνέχεια της ζωής
τα αγγελούδια τους,
γράφοντας Το Δεύτερο Ζάλογγο.
    Κ.Μ.
   
Μεταξύ αυτών των γυναικών είναι και η γριά Σουλιώτισσα, η Δέσπω, η σύζυγος του Γεωργίου Μπότσαρη, του αρχηγού της φάρας των Μποτσαραίων, η μάνα του Κίτσου, του Νότη και του Νίκαιζα. Μετά από κοπιαστική πορεία, μετά από τόσες κακουχίες, έφτασε στο ποτάμι και αφού είδε ότι ήταν απροσπέλαστο, για να μην πιαστεί αιχμάλωτη ρίχτηκε κι αυτή από την κρημνώδη όχθη και πνίγηκε.

Λέξεις-κλειδιά / Παπασταθόπουλος Γεώργιος

                   

 

                       Οι λέξεις πόσο μοιάζουν στα κλειδιά! 

                       Κι έχουν διττή τη χρήση τους ακόμα, 

                       γιατί μπορείς να ξεκλειδώσεις μια καρδιά 

                       ή να διπλοκλειδώσεις κάποιο στόμα! 

 

                  Προσφέρουν στη συζήτηση ευωδιά 

                      και στη συνομιλία βάζουν χρώμα 

                      και  παίρνει της κουβέντας τη σοδειά 

                      όποιος έχει τη γλώσσα γαλαντόμα! 

 

                      Είναι οι λέξεις όπλο φοβερό, 

                      γι αυτόν που ξέρει πως να τις εκφέρει 

                      κι αποτελούν της γλώσσας θησαυρό, 

 

                      της νοστιμιάς  τ’ αλάτι και πιπέρι 

                      κι όποιος μιλά σωστά και δε βαβίζει 

                      το συνομιλητή του αφοπλίζει! 


Το Σθένος των Λέξεων : Ποιητική Συλλογή /Λουκάς Αξελός/ Εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗς

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ / ΠΟΙΗΣΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Λουκάς Αξελός

ΤΙΤΛΟΣ: Το Σθένος των Λέξεων

 

O Λουκάς Αξελός, στο Σθένος των Λέξεων, την νέα και πέμπτη κατά σειρά ποιητική του συλλογή που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Στοχαστής», κινείται με περίσσεια άνεση εντός των χωρικών του υδάτων, εκείνης δηλαδή της θεματολογίας που έχει σφραγίσει την μέχρι τώρα πορεία του. Διαβάζοντας κανείς τους στίχους του, αρχικά συμπορεύεται μαζί του στην διαρκή προσπάθεια επίλυσης του μυστηρίου της γυναικείας ομορφιάς και σαγήνης. Ένα θεμελιώδες ποιητικό κεφάλαιο για εκείνον, το οποίο και παραμένει ένα εξίσου θελκτικό όσο και βασανιστικό ερώτημα, χωρίς όμως ουσιαστική αξίωση απάντησης. Καθώς όπως θα γράψει «για τις πράξεις ή παραλείψεις των ωραίων Γυναικών,/για το κόστος της προδοσίας,/οι γνώσεις μας είναι εμφανώς/περιορισμένες έως ελάχιστες». Συμπορεύεται μαζί του, όμως, και σε μια διαδρομή με σύντομες στάσεις στην πορεία μιας ζωής που διψά για «περίφραξη» της ομορφιάς μιας εικόνας, της στιγμής εκείνης που διαποτίζεται με την έννοια του φευγαλέου, του άπιαστου. Μιας εικόνας όχι απαραίτητα όμορφης με την αντικειμενική του όρου έννοια, αλλά όμορφης μέσα στην γυμνή αλήθεια της. Σε κάθε ποίημα αναβλύζει η επιθυμία του γράφοντος να αιχμαλωτίσει με λέξεις την εικόνα ως όλον, ως την απόλυτη έκφραση μιας στιγμής, που άλλοτε παίρνει την μορφή ενός δολοφονημένου τσαλαπετεινού που σαν φάντασμα τριγυρνά στα δάση την νύχτα του Δεκαπενταύγουστου, άλλοτε την μορφή μιας γυναίκας, ενός φιλιού και της αλμυρής απόλαυσης ενός ψημένου καλαμποκιού, άλλοτε της φύσης, της καμένης και βουβής, της διπλά θανατωμένης από την φονική φωτιά στο Μάτι και άλλοτε την μορφή της ίδιας της ζωής που αφήνει τον άνθρωπο χωρίς αποσκευές, σαν φτερό στον άνεμο, εκτεθειμένο στο κενό… O Αξελός, παράλληλα, συνθέτει, ποιήματα που μιλούν εν γένει για την γλώσσα και την γνώση και την εν δυνάμει σχέση του υποκειμένου που γράφει με τα δύο αυτά εργαλεία, πάντοτε με μια παιγνιώδη και στοχαστική διάθεση, έτσι ώστε αυθόρμητα να γεννώνται στο χαρτί στίχοι που άλλοτε προσομοιάζουν σε γνωμικά θυμοσόφων και άλλοτε δημιουργούν λυρικές εικόνες εξέχουσας αρμονίας και διαύγειας. Όπως στο ποίημα «Η Σπάνις των Ονείρων» που τόσο παραστατικά και με υφέρπουσα ειρωνεία περιγράφει την πνευματική ένδεια των ανθρώπων. Οι οποίοι και αναζητούν να αγοράσουν με όρους φθηνής αγοραπωλησίας το Όνειρο, όταν κάποιοι άλλοι το βρίσκουν ανοίγοντας απλά ένα βιβλίο: «Η επιβεβαιώμενη σπάνις των ονείρων/δημιουργεί προβλήματα/στους κατασκευαστές τους,/που αναζητούν τρόπους/χαμηλού ή μηδενικού κόστους./Σε περίοδο που η αγορά των ονείρων/έχει φτάσει στα ύψη/τα προβλήματα αυτά είναι δυσεπίλυτα./Φυσικά, υπάρχουν κάποιοι/με πλεονάζοντα έσοδα·/ως εκ τούτου,/η αγορά τους δεν προσκρούει/σε εμπόδια υλικής τάξεως./Οι πλείστοι όμως/γυρίζουν με άδεια χέρια/και από αυτούς ελάχιστοι,/αδυνατώντας να κοιμηθούν,/χτυπάνε τις πόρτες των βιβλίων/που, μακριά από κάθε λογική αγοραπωλησίας,/είναι τα μόνα πια/που μπορούν/και δανείζουν δωρεάν/τα όνειρα.»

 

Δείγμα γραφής:

ΨΗΜΕΝΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Την είδε που έστριβε στην γωνία.

Μόλις είχαν φιληθεί

και αυτή βρήκε στα κρυφά

την ευκαιρία

να αγοράσει

ένα ψημένο καλαμπόκι

διευρύνοντας

με άμυλο και αλάτι

τον γευστικό της ορίζοντα.

 

ΟΛΑ ΚΑΠΟΤΕ

Όλα κάποτε,

ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης,

όλα, τέλος πάντων,

τελειώνουν.

Σαν τα καράβια που βυθίζονται

χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη

να δικαιολογηθούν

που άφησαν ημιτελή

την ρότα προορισμού τους.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Xώρος, χώροι. Προς μετάφραση / Στυλιανή Αθηνά


 

Τα γεγονότα εισβάλλουν και προσαρμόζονται στις ιδιότητες κάποιου χώρου. «Τα πάντα ρει»*. Τα γεγονότα στη δική τους ιδιότητα ανάγουν το χώρο. Η μέρα αναμοχλεύει τις φωνές της συγκρότησης…Κάτι τρέμει. Ένα μαχαίρι χαράζει το σάπιο φόβο. Τις γραμμές συντέλεσης. Ο χρόνος σαπίζει στο δέρμα. Η μεμβράνη σε μία κάθετη γραμμή πορφυροδιαστέλλει τον ορίζοντα, τις απαντήσεις. Το γεύεσαι; Και εφευρίσκει. Μέσα στον ήχο. Νότες απλώνονται στο σχοινί. Κρεμάω τις ίνες μου να στεγνώσουν.

 * Ηράκλειτος

Aκόμα… / Στυλιανή Αθηνά

 

Kόσμος

Λιώνει η σκέψη

Το ποτήρι γεμίζει

Τα δόντια δαγκώνουν τις λέξεις

Το σώμα διαβαίνει

Ο χρόνος περιστρέφει τα βήματα

Γυρίζουν οι οσμές

Το τζάμι λυγίζει

Φυλλοβόλες, αειθαλείς στιγμές διανύουν το σχοινί θεάτρου

Γυμνός θεατής

Κλαδιά διασπάνε χώρους

Ακόμα χωρά κίνηση υπακοής στην αυτοσυνείδηση

Διασχίζει σταγόνες πόσης

Ανάμνηση ζητά θύτη και θύμα

Η ιστορία σφραγίζει συμφωνία

Ο δρόμος εξωστράκιση φορτώνει στη ζυγαριά

Το ζάρι, το κλειδί, το βλέμμα

Μέσα στην υπόκρουση φωτός ήχος

Ανιχνεύει χρόνο και ανασαίνει…

[Θα θυμάμαι] Μαρία Μυλωνάκη

 Θα θυμάμαι

τη ζωή που περνούσε καθώς σε περίμενα να αναστηθείς.
Κι αυτός που αναστήθηκε όμως για λίγο έζησε
κι ύστερα έσβησε πάλι.
Ο νεκρός είναι πάντα νεκρός.

Μαρία Μυλωνάκη : Άτιτλο

 Φόρεσε μια μαύρη γραβάτα.

Πενθούν ακόμα οι άνθρωποι το θάνατο των άλλων ανθρώπων,
τον ρώτησα και χαμογέλασα.
Με κοίταξε σοβαρός.
Κι ύστερα έζησε στην απόλυτη ποιητική μοναξιά του.

Μαρία Μυλωνάκη : ένα [1] ποίημα

 Του ζήτησα να τον πάω στο σπίτι του αλλά αρνήθηκε.

Αποχαιρετιστήκαμε στη γωνία Ομήρου και Ακαδημίας
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.
Ξεψύχησε από ανακοπή της καρδιάς του.
Παρούσες στη νεκρώσιμο ακολουθία ήταν μόνο οι δύο του αδερφές.
Η Μυρτώ και η Ιόλη.
Το σπίτι του ήταν ένα δωμάτιο είκοσι τετραγωνικών.
Έμπαινες μέσα ανεβαίνοντας δύο σκαλοπάτια.
Παντού ήταν στοιβαγμένα βιβλία.
Ήθελα να δω ποιος είναι ο άνθρωπος που γράφει αυτά τα ποιήματα
και έτσι βρήκα τη διεύθυνσή του
και γεμάτη θράσος χτύπησα την πόρτα του σπιτιού του.
Φόρεσε μία μαύρη γραβάτα και βγήκαμε έξω.
Περπατήσαμε ώρα πολλή στους δρόμους
χωρίς κανένα προορισμό.
Την περισσότερη ώρα δε μιλήσαμε.
Μου είπε και τώρα που τα μαλλιά μου είναι κάτασπρα
και η πορεία μου φτάνει στο τέλος της
τι να τα κάνω όλα αυτά τα βιβλία.
Θα θυμάμαι όμως πάντα τα φώτα της Καστέλλας.
Εγώ θα φύγω κι όμως αυτά δε θα σβήσουν ποτέ.
Του ζήτησα να τον πάω στο σπίτι, αρνήθηκε, αποχαιρετιστήκαμε
κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.