Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Φωτογραφία 1948 / Δημουλά Κική


Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ό,τι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ άπ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ‘χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως οπού να ‘ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.

Φαντασία / Δρούγκα Κλεονίκη


Θα΄ θελα σήμερα
-κι ας κάνει κρύο-
να ξεχάσουμε τα επιτακτικά θέματα
να κολυμπήσουμε
να πάμε ενάντια στα υπόγεια ρεύματα
να επενδύσουμε στην άμμο
να λερωθούμε
να καθίσουμε με τους ψαράδες στο ακρογιάλι
να ακούσουμε τις ιστορίες που λεν τα κύματα
να πιάσουμε του νήματος την άκρη
να ονειρευτούμε όσο γέρνει η μέρα
να καταργήσουμε τα σύνορα ανάμεσά μας
να πάρουμε το δρόμο ως το τέλος
να ξαναβρεί καθένας το κορμί του
-κι ας μετανιώσουμε-
ή να το φανταστούμε, τί λες;
πριν ξεκινήσουμε για τη δουλειά
έλα, όμως, που καμιά φαντασία δεν συναγωνίζεται την πραγματικότητα.

[ Είχε γίνει πια εμμονικός]/ Μουζάκης Δημήτρης

 Είχε γίνει πια εμμονικός.

Πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδόνα
πρέπει να καταστραφεί.
Δεν ήταν όμως, ένας, ήταν πολλοί.
Ο κόσμος είχε μπερδευτεί
δεν ήξερε πια ποιον να πιστέψει.
Είχε πειστεί πως η Καρχηδόνα
πρέπει να καταστραφεί
κι αλάλαζε ασκόπως κοιτάζοντας πότε τη Δύση
πότε την Ανατολή.

Άλλαξε


Μην αλλάξεις θα τρομάξεις!
Ή ν´αλλάξεις να θαυμάσεις;
Όλα είναι στο μυαλό σου και στο ανύπαρκτο κενό σου.
Σαν τη θάλασσα πληγές σου κλείνει, μ´αν θυμώσει μεμιάς σε πνιγεί.
Έτσι είναι και ο εαυτός σου.
Μια το τέρας, μια Θεός σου!
Κοιτά πάλι τον καθρέφτη κι ομολόγησε τον ψεύτη, αποδέξου τον επαίτη.
Στη ζωή ν´ απλώνεις χέρι στο λιοπύρι και στ’ αγέρι.
Ξέρει εκείνη να διαβάζει και τη μοίρα σου ν´ αλλάζει!

Οργή και βιασύνη / Παπασταθόπουλος Γεώργιος

  

                         Υπάρχουν δύο πράγματα στη γη  

                         κι από αυτά κανένα δε μ’ αφήνει  

                         σωστά ν’ αποφασίσω: Η οργή,  

                         που πάντα συνοδεύει τη βιασύνη!  

 

                         Γι αυτό κι εγώ στο στόμα μου φραγή,  

                         βάζω προτού να πέσω σε μπουρίνι  

                         και το σκαρί μου δε μού ναυαγεί,  

                         αφού δε διαταράσσω τη γαλήνη!  

 

                         Τη γλώσσα μου βουτάω στο μυαλό,  

                         το πρώτο φάρμακό μου και το μόνο,  

                         γιατί σ’ αυτόν τον λίγο έστω χρόνο,  

 

                         που μένω με το στόμα σιωπηλό  

                         στον άλλο θα πετάξω το μπαλάκι  

                         και λεκτικά δε χύνω το φαρμάκι!  


Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021

ΠΕΜΠΤΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021 / Μασμανίδης Ιωάννης


Αἰκατερίνης μεγαλομάρτυρος
Μερκουρίου μεγαλομάρτυρος
Νησὶ Γρεβενῶν
καὶ βρέχει
Τὰ ἀστέρια ψηλὰ
μέσα σὲ μιὰν ἀνεμοθύελλα
ὑποσκάπτουν τὴ γαλήνια βεβαιότητα
Καὶ γώ
μέσα στὴ νύχτα ποὺ μὲ τριγυρίζει
μὲ μιὰν ὅσο νὰ πεῖς πομπώδη ἐσωτερικὴ ρητορικότητα
Ἀγρυπνῶ
στὴ σιωπὴ τριγυρίζεις καὶ σὺ
στὶς τραχιὲς ἐπιτηδεύσεις τῆς ζωῆς μου
σέ ἕνα εἶδος ἠδονικῆς ταραχῆς ἀπὸ κεῖνο τὸ ταξίδεμα
ποὺ πάει νὰ βασιλέψει
ἡ μνήμη μου πάλι αὐθαίρετα σοῦ ἀπαντᾶ Ἔλα
κατακρημνίζεις ὕστερα
ὅλες τὶς ἵνες τοῦ κορμιοῦ μου
σέ τοῦτο τὸ ἀκούραστο χτυποκάρδι τῆς ματαιότητας
τί μπορῶ νὰ κάνω μὲ αὐτή τὴ γνώση τῆς ἀνατολῆς καὶ τῆς δύσης
ὑποδέχομαι μόνο στωικὰ τὶς ἀκτίνες τοῦ δύοντος ἡλίου
Ἀγρυπνῶ ἀκόμη
στὴν ξερὴ ἄμμο τῶν διαδρομῶν
ἀπὸ τὴν ἄηχη μετατόπιση τόσων ἀδιόρατων ἀπωλειῶν
καταβεβλημένος
γράφω
τό ὄνομα ἑνὸς λουλουδιοῦ σὲ κάθε χρονιὰ περασμένη
μόνος ἔτσι γιὰ νὰ
ξαναταξιδεύω στὰ λιγοστὰ νερὰ τοῦ σχεδὸν ξεροπόταμου μου
μπροστὰ
στὸ σκοτεινὸ ὁρίζοντα συλλογίζομαι πάλι
ὤ μελαγχολικὴ καὶ ἁπλόχωρη σκέψη ποῦ μὲ πᾶς
ἀκουμπῶ ὤ
τὰ δάχτυλά μου στά βλέφαρα
κλείνοντάς τα
ὅπως κλείνεις τὰ μάτια νεκρῶν
πάλι βροχὴ
πάλι Τίποτε βλέπω
συνεχῶς λανθάνουσα ἡ σκέψη μου
στὴ δυσκολοδιάβατη ροὴ τοῦ χρόνου
ὅπως πουλὶ ἔχοντας ματώσει τὰ φτερὰ του
χτυπῶ τὸ κλουβὶ
ἀπὸ τὴν ἀνυπόμονη λαχτάρα
μιᾶς μεγαλειώδους τελευταίας πτήσης-πτώσης μου
Μὲ τὴ λεπτὴ ἁλυσίδα δεμένη γιὰ πάντα
στὰ πόδια μου
ξέρω τὰ ὅρια τῆς τάχα ἐλευθερίας μου
Τὰ ὑπόλοιπα στοὺς ἀπολιθωτικούς κινδύνους
τοῦ στοχασμοῦ μου βυθίζονται σπᾶνε
Τὸ τσάι χύθηκε κι αὐτὸ
ἡ τσαγιέρα μου ἔγινε χίλια κομμάτια
Ἀγόγγυστα παρακολουθῶ τὴν καταστροφὴ
ὑποδέχομαι-ἀποδέχομαι τὴ φθορὰ μου
Ξεχειλίζει ὁ κόμπος στό λαιμὸ ὡστόσο
ξαλμυρισμένες λέξεις στά χείλη κολλοῦν
καινούργιοι λεκέδες στὶς σκαμμένες ρυτίδες
σὰν ἔκτυπο σὲ ἕναν ἑτοιμόρροπο τοῖχο
τίποτε ἄλλο δὲν ἔμεινε νὰ παίξει ρόλο λείψανου
τίποτεͺ
τὰ ὑπόλοιπα χύθηκαν ἔσπασε κι ἡ τσαγιέρα
κατεστάλη ἀκόμη καὶ ἡ ἐξέγερσις τῶν ματιῶν

⫷ τα κορίτσια με τις μαύρες ποδιές και τους άσπρους γιακάδες⫸ / Θεοδοσιάδη Σοφία


Τι ν' απογίναν στων καιρών τις αιώρες
στους χρόνους
τα ολόδροσα εκείνα κορίτσια
με τις μαύρες ποδιές και τους άσπρους γιακάδες?
Ροβολούσαν ανέμελα ..αγνά στα σοκάκια
ροδοστάλες φορτωμένα της νιότης..
στις πλατείες νυφοπάζαρα εστήναν τα έναστρα βράδια
εγευθήκαν ιδέες τρανές
των ηρώων που εστέκονταν υποσχόμενοι εμπρός των
οι σελίδες του Τσέχωφ τα επαίρναν με τρένα μακριά
τα ταξίδια του νου..τ' ακριβά τους ταξίδια
της ζωής τα ταξίδια εσταθήκαν εις βάθος θαμπά.
Σ' εποχές αλλοτινές τα κορίτσια
με τις μαύρες ποδιές και τους άσπρους γιακάδες
ιστορία στα πλακόστρωτα εγράψαν ..
σε ονείρατα πλεύσαν τρανά και μετά χωριστήκαν
το καθένα από τότες το δικό του μονοπάτι τραβά
κι ανεβαίνουν ψηλά όσο η ζωή επιτρέπει.
Στις αιώρες του χρόνου αγναντεύω βαθιά
τις ξεχωριστές διαδρομές των ψαχουλεύω μ' αγάπη
στης εφηβείας τα χρόνια λαχταρώ να γυρνώ
τα αγκαλιάζω..τα κρατάω σφιχτά
γιατί είχαν κρυμμένα τα ονείρατα αγνά
σαν της δάδας το φως πυρσού αναμμένη
την προδοσία της ζωής λησμονώ
και κοιτάω μπροστά μοναχά..
μη νυχτώσει νωρίς.. αυτό με τρομάζει
δακρυσμένη προσευχή αποβραδίς ψιθυρίζω
π' όνα γιοφύρι τοξωτό τις ήττες πετώ στο ποτάμι
και μετά μονολόγους ψελλίζουν τα χείλη σοφά
συλλαβίζω αργά:
ή ξεχνάς ή ζεις την επιθυμία της νιότης ξανά.
⫷ τα κορίτσια με τις μαύρες ποδιές και τους άσπρους γιακάδες ⫸
Σοφίας Θεοδοσιάδη

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

ΤΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΜΕΛΑΝΩΜΑ / Άλκης Αλκαίος

 

Μνήμη Νίκου Πουλαντζά

Σε παίρνει για ταξίδι μια σειρήνα
και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη.
Tη σκοτεινή σου μελετάμε πείνα
καχύποπτοι, ανύποποι και ύποπτοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου πώς ν’ αγοράσω
τώρα που απόμεινα στον άσσο.

Στο μέτωπο τριγύρω στις ραβδώσεις
μια μύγα παίζει ως κορασίδα άπορη.
Οι φίλοι σ’ επισκέπτονται με δόσεις
παράφοροι, ανυπόφοροι κι αδιάφοροι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά,
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Απόψε πρέπει να προφτάσω
γιατί αύριο θε να σε χάσω.

Ιωνικές κολώνες σε μαγκώνουν
και σου χαρίζουν τιμωρία άδικη.
Σ’ αυτή την άσπρη πρέσσα δε γλιτώνουν
διάδικοι, υπόδικοι, κατάδικοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα πάνε φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Τα ναύλα μου δε θα αγοράσω
γιατί απόμεινα στον άσσο.

Μέχρι να αρχίσεις, μέχρι να τελειώσεις
το πρόσωπό τους αποστρέψανε άφωνοι
οι φίλοι και γελούν στις συγκεντρώσεις
μεγάφωνοι, μικρόφωνοι, παράφωνοι.

Στην Πέργαμο και στη Μπαστιά
δίδυμα φτάνουν φορτηγά
κι ένα ιπτάμενο δελφίνι
στον Πόρο και στη Σαντορίνη.
Κι εγώ απόψε θα σε χάσω
και αύριο θα σε ξεχάσω.

ΣΟΥΙΤΑ ΓΙΑ ΦΑΓΚΟΤΟ ΚΑΙ ΚΟΡΝΟ / Άλκης Αλκαίος


Η Μαρία απʼ τη Ροδόπη
Άμυαλη κι ηλιοπαρμένη
Κάνει τσάρκες στην Ευρώπη
Με αντζέντη έναν εργένη

Γνώρισε την Εσπερία
Του Καρτιέ-Λατέν τʼ αστέρια
Και σνομπάρει η Μαρία
Όσους έχουν άδεια χέρια

Ένας άπονος αλήτης
Μιʼ άνοιξη στο Πικαντίλλυ
Σκάβει λάκκους στο κορμί-της
Και λακίζουνε οι φίλοι

Η Μαρία απʼ τη Ροδόπη
Έπεσε σε βαθύ κώμα
Κι αν την πλήγωσαν οι ανθρώποι
Την αγάπησε το χώμα

Άνθρωποι και δέντρα / Κουρκούτας Ηλίας


Κάθε δέντρο
διαλέγει τον τόπο του
κάθε άνθρωπος
τον τάφο του

Τα δέντρα μαζεύουν
στα σωθικά τους μύκητες,
τρέφονται τις νύχτες
που αλλάζει ο αέρας,
απλώνουν κλαδιά
να προστατεύσουν τα μικρά,
φιλτράρουν το νερό
τον ήλιο, τη σκόνη,
μαζεύουν το φως,
αναπνέουν στο σκοτάδι

Οι άνθρωποι μαζεύουν γύρω τους
αντικείμενα,
σκεύη για να βάζουν
το νερό, το αίμα, την αγάπη,
διαλέγουν τα κόκαλα
και τους ανθρώπους
που θα πάρουν μαζί τους

Τα δέντρα πνίγονται
στο φως,
αφού χωθούν στο χώμα,
οι άνθρωποι
σκάβουν στο σώμα,
στο μυαλό,
κάνουν λανθασμένες
κι άστοχες κινήσεις

Τα δέντρα πεθαίνουν
στο δάσος
που αγαπούν,
οι άνθρωποι παντρεύονται
τον θάνατο που μισούν

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.