Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ο αβασκαμός του Αγά

                                                                                                          
Όμοιον με νεκρικόν κρανίον αρτίως εκταφέντος σκελετού, με τας κόγχας κενάς οφθαλμών, με την μύτην φαγωμένην, φοβερόν θέαμα, σκέλεθρον γυμνόν και παγωμένον φαντάζει από μακράν το μικρόν τζαμίον του ερημωμένου χωρίου. Έχει μόνον μίαν θυρίδα χαμηλήν, καταχωσμένην, χωρίς θυρόφυλλα, εις το μέσον, και δύο χαλασμένα παράθυρα ένθεν και ένθεν. Υψηλά, από το Μπαρμπεράκι, το περίφαντον ύψωμα, όπου ξυρίζει πανταχόθεν το πρόσωπον ο άνεμος, εξ ανατολών και βορρά και δυσμών, και οπόθεν απλούται αχανής η θέα εις το κυανούν, μαρμαίρον πέλαγος, και εις την απελεύθερον της Θεσσαλίας γην, και εις τα σκλαβωμένα χώματα της Κασσάνδρας, εκείθεν φαίνεται το έρημον χωρίον, το κτισμένον ποτέ επί θαλασσοπλήκτου βράχου υψηλού, φαίνεται και το άχαρον τζαμίον, με τας δύο στρογγυλάς τρύπας του ένθεν και ένθεν, και με την μεγάλην μακρουλήν τρύπαν του, εις το μέσον· και δίπλα του προκύπτει υψηλόν το κονάκι, με τρεις τοίχους ακόμη ορθούς, με την στέγην πεσμένην κάτω, λείψανα παρελθόντων αιώνων. Και σκιαί περιφοιτώσιν ακόμη τριγύρω εκεί, και παλαιαί αναμνήσεις ζωντανεύουν, και φαντάσματα εις την ερημίαν θρηνούν, και ο Βορράς συρίζει ανηλεής εις τα ερείπεια τα μαυρισμένα, και εις τα δένδρα τα κυρτωμένα κατά την ράχιν του βουνού, ως οδοιπόροι σκυφτοί, ασθμαίνοντες εις τον ανήφορον.
Όταν δύο ή τρεις φοράς τον χρόνον, από την άλλην άκρην του νησιού, την μεσημβρινήν, έλθωσιν άνθρωποι να επισκεφθώσι το έρημον χωρίον, και αι γυναίκες διασπαρώσιν ανά τα ερείπια, βαίνουσαι από αγριοσυκής εις αγριοσυκήν, ψάχνουσαι να εύρουν ερινόν ώριμον, διά να βάλουν εις τα ήμερα σύκα του κάμπου, και τα παιδία όσα έτρεξαν κατόπιν των εις την εκδρομήν, οι μοσχομάγκες του τωρινού καιρού, αρχίσουν να τρέχουν γύρω-γύρω εις τα ερείπια, και να αναρριχώνται επάνω εις αγρίας μορέας, αφού βάψωσι τας χείρας και τα χείλη με τα κόκκινα μούρα, και χορτάσωσι την κοιλίαν των, και βάλωσι και εις τον κόρφον των, τότε σκορπίζονται τρέχοντα εδώ κι εκεί, κι ευρίσκουν διασκέδασιν εις τα πηδήματα, εις τα κυλίστρας και εις τας ηχούς, οπού εμπαίζουν με τας φωνάς των την ερημίαν και τα φαντάσματα. Και πλείστα εκ των παιδίων, απόκοτα, αναρριχώνται εις την οροφήν, απ’ επάνω από τον θόλον του πενιχρού τζαμίου, και παρωδούν με ατάκτους φωνάς το κήρυγμα του Χόντζα, το οποίον ποτέ των δεν ήκουσαν. Είχον τύχην.
Τότε τα φαντάσματα φεύγουσι, και αι σκιαί αποπλανώνται, και το παράπονον της ερημίας χάνεται μακράν, εις τελευταίον πνιγμένον στεναγμόν, βυθιζόμενον εις το κύμα. Και τα θαλασσοπούλια και τα όρνεα του βράχου ψηλώνουν το πέταγμά των, και βουτούν κάτω εις την σπηλιάν, ή χάνονται εις το αχανές του αιθέρος.

٭٭٭٭٭
Και όμως το κονάκι αυτό εκατοικείτο μίαν φοράν, και εις το τζαμίον εκείνο αντήχει ποτέ προσευχή εις τον Αλλάχ, και προσκύνημα εγίνετο συχνά καθ’ όλους τους τύπους. Είναι αληθές ότι εις μόνος Αγάς υπήρχε, διά τον τύπον, εις όλον το χωρίον, το οποίον επλήρωνεν ετησίως κατ’ αποκοπήν 2 ή 3 εκατοντάδας γροσίων εις την Πύλην. Ο τελευταίος Αγάς, όστις ήλθεν ολίγα έτη προ της Επαναστάσεως, είχε μαζί του το χαρέμι του, συγκείμενον από μίαν σύζυγον και από μίαν σκλάβαν. Μετ’ αυτόν, περί τους χρόνους της εθνικής εγέρσεως, ήλθε μόνον είς Τσαούσης, και πλέον ου.
Ούτος λοιπόν, ο προτελευταίος ελθών Οθωμανός, ωρμάτο εκ Θεσσαλίας. Ήτο ήμερος, πράος άνθρωπος. Ωμίλει ελληνικά. Έπαιρνε δώρα, όσα του έδιδον, και συχνά εζήτει και περισσότερα από τους κατοίκους. Είχεν ήθος σοβαρόν, προστατευτικόν, και ψυχρώς φιλόφρον. Εφαίνετο όμοιος με γοητευμένον ερπετόν, του οποίου είχαν βγάλει τους οδόντας. Εζούσεν ειρηνικώς με τους ανθρώπους, αυτός και το χαρέμι του.
Κάθε πρωί κατέβαινεν από το κονάκι, φορών τον τζουμπέν του και τας τσοχίνας εμβάδας του, ήνοιγε την θύραν του τζαμίου, εισήρχετο, ανέβαινεν επί τινος τραπέζης, σιμά εις το παράθυρον, προέβαλλε την κεφαλήν έξω του παραθύρου, και έψαλλε πολύ σιγά το πρωινόν κήρυγμα, το «Λα, Αλλά ιλ Αλλά», στρεφόμενος προς το πέλαγος, ως διά να το εμπιστευθεί εις τους ανέμους, και ας το φέρουν αυτοί εις την Σταμπούλ ή εις την Μέκκαν, ή αλλού όπου ήθελαν.
Διότι χόντζας ποτέ δεν υπήρξεν άλλος, αλλ’ αυτός ο κατά καιρόν  Αγάς έκαμνε τον χόντζαν εις τον ίδιον εαυτόν του. Ουδέ υπήρξε ποτέ μιναρές, αλλά το υψηλόν παράθυρον ανεπλήρου την έλλειψιν ταύτην.
Είτα, έκαμνεν ή όχι την γονυκλισίαν του, έκρουεν ή όχι δύο ή περισσοτέρας φοράς το μάρμαρον του εδάφους με το μέτωπόν του, σχεδόν ευθύς μετά το Λα Αλλά, εξήρχετο, εκλείδωνε την θύραν, ανέβαινεν οπίσω εις το κονάκι, ήναπτε την μεγάλην τσιμπούκαν συνήθως διευθύνετο εις το Κιόσκι, όπου ήξευρεν ότι θα εντάμωνε δύο ή τρεις χασομέρηδες, ωσάν αυτόν, προεστούς του χωρίου, με τας πλατείας ανοικτάς χειρίδας των λευκών υποκαμίσων, με τας μακράς κεντητάς ζώνας, διά να κάμη κουβένταν. Λακριντί σοϊλέ.
Τον έβλεπαν οπού περνούσε οι παπάδες της γειτονιάς, οι εφημέριοι του ενός εκ των δύο ενοριακών ναών και εναλλάξ λειτουργοί των σαράντα παρεκκλησίων της πολίχνης, οπού εκάθηντο απολείτουργα έξωθεν του μικρού μαγαζείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη του Τσιπωτού και έπιναν το πρωινόν ρακί των. Ο Αγάς τους εχαιρέτιζε με τρόπον ευσεβάστου οίκτου και παρήρχετο. Τον έβλεπαν και αι καλαί οικοκυράδες, όσαι εκουβαλούσαν πρωί τας αλειψάς πίττας των εις τον φούρνον, τον οποίον εκολλούσεν η Γαρουφαλιά η Ξινού, ολίγον παραπέρα από το τζαμίον. Τον έβλεπε και η θεια-Σειραϊνώ η Παντούσα, μία καλή χριστιανή, από την οποίαν όλαι αι άλλαι δύο πράγματα εφοβούντο, την γλώσσαν της και το μάτι της. Μίαν φοράν, έλεγαν, είχε κατορθώσει να χωρίσει εν ανδρόγυνον, επάνω εις τον γάμον, ενώ τα στέφανα ήσαν έτοιμα και η νύφη στολισμένη, και οι καλεσμένοι είχαν μαζευθεί εις το σπίτι, και οι παπάδες ήσαν εις την ακμήν να φορέσουν τα πετραχήλια τους. Με ένα λόγον τον οποίον είπεν η Σειραϊνώ η Παντούσα εις το αυτί της πενθεράς, της μητρός του γαμβρού (και ο λόγος εκείνος θα ήτο βέβαια διαβολή κατά της  νύμφης), κατώρθωσε να ματαιωθή ο γάμος.
Άλλην φοράν, ενώ μικρά βρατσέρα έπλεεν αντικρύ, εις το πέλαγος, πλοίον καινουργές καλά αρματωμένον, ωραία χρωματισμένον, η θεια-Σειραϊνώ η Παντούσα, ήτις αγνάντευε με άλλας γυναίκας από το ύψος του βράχου, δεν ημπόρεσε να χωνεύσει τον θαυμασμόν της, και ανέκραξε:
    Μπα! αυτό το καΐκι. Χαρά στη μορφιά!
Μόλις είπε τον λόγον, και εν τω άμα, απίστευτον ειπείν ─ αλλ’ όμως το διηγούντο όσοι το είδον ιδίοις οφθαλμοίς ─ όλη η αρματωσιά του πλοίου έπεσε μετά τριγμού, και το καΐκι έμεινε ξυλάρμενον, κούτσουρον, φερόμενον εδώ κ’ εκεί υπό των κυμάτων. Πλην η υπόθεσις ωμοίαζε μάλλον με επίγραμμα, παρά με διήγησιν πιστευτήν.
٭٭٭٭٭
Ενώ ο Αγάς με το σαρίκι του, με την μακράν τσιμπούκαν του επερνούσεν έξω από τον φούρνον, αι γυναίκες, όσαι εχασομερούσαν μίαν ώραν εις την μικράν αυλήν, εωσού έλθη η στιγμή να φουρνίσουν τα ψωμιά των, τον έβλεπαν κι εμορμύριζαν βραχείας φλυαρίας προς αλλήλας:
    Όμορφος αγάς.
    Τον σήκωσε το χωριό μας.
    Καλό αέρι.
    Γερός βοριάς.
    Είδατε το χαρέμι του;
    Όχι.
    Είναι μπουλωμένη ως τα μάτια.
    Η χανούμισσα.
    Η καντίνα του, πω, πω!
    Κι η σκλάβα του.
    Δεν βγαίνει ποτέ όξ’ απ’ το σπίτι.
    Η Φατμέ, η σκλάβα του, κατεβαίνει κάποτε.
    Είδες τι μούτρο! Αράπισσα, να χαθεί!
    Μαύρη, κατάμαυρη.
    Και τα δόντια της φαγγρίζουν.
    Καλός φαίνεται, ως τόσο.
    Κακός και ψυχρός.
    Όσο χαμόγελο, τόση κακία.
    Όσο και να πεις, Τούρκος είναι.
    Σκυλί.
    Μα καλοκαμωμένος, καημένη.
    Όμορφος άνθρωπος.
    Τον σήκωσε το χωριό μας.
    Καλό αέρι.
    Θέλετε, έκραξεν έξαφνα η θεια-Σειραϊνώ η Παντούσα, θέλετε να σας τον κάμω εγώ να τα ξεπλύνει σ’ ένα μήνα;
Αι γυναίκες εστάθησαν σιωπώσαι προς στιγμήν.
Η Γαρουφαλιά η φουρνάρισσα, ήτις εκράτει την στιγμήν εκείνην την πάνην, ακούσασα άφησε τον φούρνον μισοπανισμένον, εστράφη και είπε:
— Τι, μάγια θα του κάμεις, μαθές;
    Χαρά στο, λέει! είπεν άλλη.
    Σε καλό σου, θεια-Σειραΐνα!
    Τι σας μέλει εσάς; Μάγια, ναι… όχι. Ξέρω εγώ τι σας λέω.
Αι γυναίκες δεν ήξευραν τι να είπουν.
    Δεν το πιστεύω αυτό, είπε μία.
    Καλύτερα να λείπει.
    Τι μας μέλει;
    Κι ανίσως λείψει ένας Τούρκος και δυο, η Τουρκιά δεν ξεπαστρεύεται εύκολα, είπε μετά στεναγμού μία γραία.
    Θα ιδείτε, είπε μόνον η θεια-Σειραΐνα.
٭٭٭٭٭
Την εσπέραν της ιδίας ημέρας, περί βασίλευμα ηλίου, η θεια-Σειραϊνώ παρεμόνευεν εις τον δρομίσκον εκείνον μεταξύ του φούρνου και του μικρού εργαστηρίου του μπάρμπ’ Αναγνώστη του Τσιπωτού. Την στιγμήν εκείνην ο Αγάς, κρατών υπό μάλης σβεστόν το τσιμπούκι του, επέστρεφεν από μικρόν περίπατον τον οποίον είχε κάμει εις τον ακρινόν δρομίσκον, σιμά εις τα χαμηλά τείχη του χωρίου, και διευθύνετο εις το κονάκι διά να δειπνήσει.
    Αξάμ χαΐρολσουν, Αγά μ’, του λέγει θαρραλέα η θεια-Σειραϊνώ η Παντούσα, ήτις είχεν ακούσει ποτέ ολίγας τουρκικάς λέξεις από το στόμα του μακαρίτου του ανδρός της, ταξιδεύοντας πολλάκις εις τουρκοπληθή μέρη, και τας ενθυμείτο.
    Καλησπέρα, απήντησεν ελληνιστί ο Αγάς, κοιτάζων αυτήν έκπληκτος. Τι θέλεις; Έχεις κανένα παράπονο να μου πης;
    Εγώ, παράπονο; Ούτε παράπονο, ούτε πεσκέσι (την τελευταίαν λέξιν εμάσησε καλά, ώστε να μη την ακούσει ο προς ον ωμίλει), Αγά μου. Έτσι ήθελα να σε καλησπερίσω. Είχα καιρό να σε ιδώ.
    Καλωσύνη σου, είπε χαμογελών ο Αγάς.
    Βλέπω ότι αχάμνηνες.
    Πώς;
    Αδυνάτισες πολύ, να μην αβασκαθείς, Αγά μου. Δεν σ’ εσήκωσε το χωριό μας.
    Αλήθεια;
    Αδύνατος, εχλώμιανες πολύ. Που να μη σ’ αβασκάνω. Κερί μοναχό είσαι. Εσώθηκες στον απάν’ κόσμο.
    Στάι-φουρτά!  επρόφερεν ο Αγάς.
    Κίτρινος σαν το φλωρί, Αγά μου, έφεξε το προσωπάκι σου.
    Αλλάχ! Αλλάχ!
    Να κοιταχθείς, Αγά μου. Δεν σε σηκώνει τ’ αέρι εδώ. Κοίταξε μην τα ξεπλύνεις, κακότυχε, στα ξένα.
Αυθορμήτως ο Τούρκος εσήκωσε το τσιμπούκι του, αισθανθείς επιθυμίαν να μετρήσει την ράχιν της απαισίας μάντιδος. Αλλ’ η θεια-Σειραϊνώ είχεν απομακρυνθεί δέκα βήματα και εξεγλίστρησε κρυβείσα όπισθεν της πρώτης γωνίας του δρομίσκου.
٭٭٭٭٭
Την εσπέραν εκείνην ο Αγάς εκοιτάχθη πολλάς φοράς εις τον καθρέπτην. Είχεν νυκτώσει ήδη, και το φως των κηρίων εις τον οντάν, και η συγκίνησις από τας μαντείας της χρησμωδού, έκαμνε να φαίνεται χλωμός ο ίδιος εις τον εαυτόν του.
Ήπλωσε την χείρα εις την τράπεζαν, αλλά δεν είχεν όρεξιν να φάγει. Εγέμισε το τσιμπούκι του, αλλά δεν είχεν όρεξιν να καπνίσει.
Εστράφη προς την Χανούμην την γυναίκα του.
    Είναι αλήθεια, Χανούμ, ότι εχλώμιανα, αδυνάτισα, τώρα τελευταία;…
Η Χανούμισσα τον εκοίταξεν επί μακρόν.
— Φαίνεται να χλώμιανες;… Είσαι πολύ καλά. Να πιεις δυο γλυκά σερμπέτια. Θα σου κάμω αύριο το πρωί χαλβά και μπογάτσα να φας. Να σου κρεμάσω κι ένα χαϊμαλί φυλαχτικό για να μη σε πιάνει το μάτι.
Η Φατμέ, η σκλάβα, οπού εμβαινοέβγαινεν εκτελούσα διαφόρους υπηρεσίας, πότε διά να βάλει φωτιά εις το τσιμπούκι του αυθέντου της, πότε διά να βάλει εν προσκέφαλον ορθόν εις το άνω του σοφά διά να ακουμβήσει εκείνος, πότε διά να του βγάλει τα τερλίκια από τους πόδας, ήκουσε τον διάλογον και ακουσίως εστράφη. 
— Και συ τι λες, Φατμέ, δεν ηδυνήθη να μην την ερωτήσει ο Αγάς, είναι αλήθεια πως εχλώμιανα; Άλλαξε η όψη μου;
Η Φατμέ, ευρούσα την ευκαιρίαν, ίσως διά να εκδικηθεί διά τις ξυλιές που είχε φάγει συχνά, απήντησε:
— Αφέντης δικός μου χλώμιανε… μελάνιασε… έγινε μαύρος σαν το τομάρι το δικό μου.
Η Χανούμη ήρπασε την εμβάδα της και την εσφενδόνισε κατά πρόσωπον της σκλάβας, ήτις εν τω μεταξύ είχε στραφή και εξέλθει από τον οντάν.

٭٭٭٭٭

Από την ημέραν εκείνην ο Αγάς εγίνετο χλωμός και αδύνατος, και η όρεξίς του εκόπτετο.
Έγινε μελαγχολικός και στυγνός και απαίσιος. Είχε το τσιμπούκι σβεστόν πάντοτε υπό μάλης, έτοιμος να το σηκώσει εις πάσαν αντιλογίαν, εις πάσαν περιττήν ερώτησιν, κατά της πλάτης των μετ’ αυτού λαλούντων.
Η Σειραϊνώ η Παντούσα είχε γίνει άφαντος από το χωρίον. Η ιδία εφοβήθη από την επιχείρησίν της. Εφοβήθη την ιδίαν γλώσσαν της, το ίδιον όμμα της.
Φαίνεται ότι και άλλοι την εφόβισαν. Η γερόντισσα, ήτις είχε δογματίσει προ ημερών ότι «η Τουρκιά δεν ξεπαστρεύεται», της είπε:
    Θα σε κρεμάσουν, παιδί μου. Ποιος θα σε υπερασπισθεί; Θαρρείς πως θα σου το χαρίσουν, που είσαι γυναίκα; Μια σφυρίχτρα αυτός να παίξει, θα ιδείς να κολλήσουν χιλιάδες Τούρκοι, από πέρα κι από πάνω (εδείκνυε την δυτικήν και την βορεινήν στερεάν) να κοκκινοβολήσει το καημένο το νησί μας.
Η θεια-Σειραϊνώ εσηκώθη διά νυκτός κι έφυγεν από το χωρίον. Έλεγον ότι εκρύβη εις μέρος πολύ ασφαλές. Εις μίαν σπηλιάν οπού είχε δευτέραν κρυφήν διέξοδον επάνω από το βουνόν, και όπου ψυχή δεν την ήξευρε, μόνον είς βοσκός ανεψιός της, οπού της έφερνε ψωμί κάθε τρεις ημέρας.
Είναι αληθές ότι δεν έπαθε τίποτε και επέζησε μέχρι του 1865. Ενενηκοντούτις, διηγείτο η ιδία το συμβάν.

٭٭٭٭٭

Επί δύο εβδομάδας ακόμη ο Αγάς εξήρχετο κάθε πρωί από το κονάκι, κατέβαινεν εις το τζαμίον και έψαλλεν ακόμη το Λα Αλλά,  είτα επήγαινεν εις το Κιόσκι.
Ηρώτα ένα έκαστον των προεστών, με τους οποίους έκαμνεν ομιλίαν:
    Είναι αλήθεια πως εχλώμιασα; πως αδυνάτισα;
    Δεν έχεις τίποτε, Αγά μου, του έλεγαν. Είσαι ολίγον  αδύνατος, αλλά δεν πρέπει να έχεις μεγάλη συλλογή. Ρίξε το έξω. Γλήγορα θα δυναμώσεις πάλι. Εδώ το αέρι σε σηκώνει, είναι γερό.
Τοιαύτας απαντήσεις του έδιδαν. Ουδέ ημπορούσαν να του απαντήσουν  άλλως, διότι ήτον έτοιμος να σηκώσει το τσιμπούκι.
Την τρίτην εβδομάδα ο Αγάς ήρχισε πλέον να μην εξέρχεται από το κονάκι.
Δεν είχε πλέον δύναμιν. Είχαν κοπεί τα ήπατά του. Δεν ηδύνατο ουδέ να θίξει τα πινάκια τα παρατιθέμενα εις την τράπεζαν.
Μάτην η Χανούμισσα εδιπλασίαζε τας περιποιήσεις της. Και η Φατμέ η Αράπισσα δεν ετόλμα πλέον να είπει ότι ο αυθέντης της ήτον μαύρος, όπως το δέρμα το ιδικόν της. Είναι αληθές ότι ήτο χλωμός ως κηρίον και λευκός ως σινδών.

٭٭٭٭٭
Από δύο εβδομάδων ο ασθενής δεν ηδυνήθη να καταβεί εις το τζαμίον.
Την πέμπτην εβδομάδα, από της χρησμολογίας της γυναικός εκείνης, μίαν πρωίαν, κατέβαλε γενναίον αγώνα και κατήλθε.
Εσύρθη μέσα εις το τζαμίον. Η Φατμέ, ήτις τον ηκολούθει, τον εβοήθησε ν’ αναβεί εις το τραπέζιον.
Προέβαλε την κεφαλήν από το παράθυρον και ήρχισε να ψάλλει το «Λα Αλλά ιλ Αλλά, Αλλά Αχβάρ Μωχαμέτ ρεσούλ λ’ Αλλά». Το έψαλλε με όλην την δύναμίν του και το κήρυγμα αντήχησε κάτω εις τα κύματα του πελάγους. Και πέραν ο έρημος, απόκρημνος, και κοίλος βράχος του ακρωτηρίου, το επανέλαβε με πένθιμον τόνον.
Όταν κατέβη από την τράπεζαν, ησθάνθη μεγάλην κούρασιν. Εκάθισε τρέμων παρά την ιδίαν τράπεζαν και ακουσίως ήνοιξε το Κοράνιον, το οποίον ευρίσκετο εκεί.
Κατά παράδοξον σύμπτωσιν, εις την σελίδα οπού το ήνοιξε, το βλέμμα του έπεσεν εις τα εδάφια ταύτα του Γ΄ κεφαλαίου, ή της Γ΄ σουράτης:
«Ο άνθρωπος αποθνήσκει τη βουλήσει του Θεού, κατά το βιβλίον, εν ω γέγραπται ο χρόνος της διαρκείας της ζωής αυτού».
Εζαλίσθη, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, έκλεισε τους οφθαλμούς. Τους ήνοιξε πάλιν και ανέγνωσεν:
«Ο Θεός έτρεψεν υμάς εις φυγήν, από προσώπου των εχθρών υμών…
»Και αν μείνητε οίκοι, εάν ο θάνατός σας είναι γεγραμμένος εις το βιβλίον, θ’ αποθάνετε. Το βέλος, το οποίον φεύγετε εις τον πόλεμον, θα έλθη να σας εύρει».
Έτριξε τους οδόντας, έσφιγξε την πυγμήν και ελύσσα, διατί δεν ηδύνατο να πολεμήσει υπέρ του Ισλάμ, να σφάξει απίστους.
Εφυλλολόγησε το βιβλίον, και εύρε το εξής εδάφιον εις την Β΄ σουράτην:
«Ω! σεις, οι πιστοί! Πολεμήσατε τους απίστους, τους κατοικούντας εις τα σύνορά σας, κτυπάτε τους απίστους όπου τους εύρητε· πολεμήσατέ τους μέχρι εξαφανίσεως παντός πειρασμού και μέχρις ενότητος της θρησκείας του μόνου Θεού».
Μετά τούτο, ο Αγάς, υποστηριζόμενος υπό της Φατμές, ανέβη οπίσω εις το κονάκι, εισήλθεν εις τον οντάν του, εξηπλώθη εις το μαλακόν διβάνι του, και δεν εσηκώθη πλέον.
Η Σειραϊνώ η Μάντισσα είχε προείπει ότι δεν έμελλε να σαραντίσει.
Πράγματι ο Αγάς απέθανε την τριακοστήν ενάτην ημέραν από της μαντείας, και απέθανεν από την μαντείαν, από την υποβολήν, από τον αβασκαμόν εκείνης της γυναικός. Απέθανε, διότι ήτον άρρωστος.


Και τον Άρρωστον, τον χρόνιον, των 444 ετών ασθενή, ποιος θα τον αβασκάνει;


Το νησί της Ουρανίτσας

Εἶχε γηράσει πολὺ ἡ γραῖα Φωλιὼ τοῦ Ματαρώνα, χήρα τοῦ Γιάννη Καρπέτη. Καὶ ὅμως ἦτον ἀκόμη στὰ καλά της, ὁπωσοῦν ἀκμαία, καὶ ὅλαι σχεδὸν αἱ ὁμιλίαι της φρόνιμοι. Αὐτὴ μοῦ διηγήθη πρὸ δεκαετίας ―τώρα εἶναι ἀποθαμένη πρὸ πέντε ἐτῶν― αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνθυμήθην, τέλος, νὰ γράψω σήμερον, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1902.
“Ἔτσι πλιό, παιδάκι μου, ὅταν ἐστεφανώθη ἡ μάννα μου μὲ τὸν πατέρα μου, ἦτον χήρα ἀπὸ ἄλλον ἄνδρα, κ᾽ ἐκεῖνος ἀπὸ ἄλλην γυναῖκα ἀπόχηρος. Ὁ ἀφέντης μου ―ἔτσι τὸν ἐκράζαμε τότε τὸν πατέρα― ἀπὸ τὴν πρώτη γυναῖκα εἶχε δυὸ παιδιὰ μικρά, ἕνα γυιὸν μεγαλύτερον, τὸν Κωσταντή, ποὺ τὸν ἐσκότωσαν ἄδικα οἱ Τοῦρκοι στὴν Πόλη, κ᾽ εἶπαν πὼς ἁγίασε. Σὰν ὄνειρο τὸ θυμοῦμαι. Ὅταν ἤμουν ἐγὼ ὣς πέντε χρόνων κορίτσι, πανδρεύθη ὁ Κωσταντής, κ᾽ ἔκαμ᾽ ἕνα παιδί, κ᾽ ἐπῆγε στὴν Πόλη μὲ τὸ καράβι, καὶ πλέον δὲν ξαναγύρισε.
Ἡ μητέρα μου πάλι, ἀπὸ τὸν πρῶτον ἄνδρα εἶχε μίαν κόρη, τὴν Οὐρανίτσα, ποὺ ἤμουν ἐγὼ ὣς ὀκτὼ χρόνων ὅταν ἀρραβωνίσθη. Αὐτὸ τὸ θυμοῦμαι καλύτερα.
Ἦτον ὣς δεκαὲξ χρόνων ἡ Οὐρανίτσα μας καὶ τὴν ἀρραβώνιασαν μὲ τὸν Σπύρο τῆς Μπερνίτσας. Αὐτὸ ἔγινε πέντε ἢ ἓξ χρόνια μπροστὰ ἀπ᾽ τὴν Ἐπανάσταση. Καὶ σὰν ἐδέσανε τὶς πανδρειές*, κι ἄλλαξαν τὰ σημάδια*, τὴν ἄλλη μέρα ἐκάμαμε τὰ μβασίδια* καὶ τὸν ἐμβάσαμε τὸν γαμβρὸ στὸ σπίτι μας, γιὰ νά ᾽ρχετ᾽ ἐλεύθερα, ὅπως εἶναι συνήθεια. Καὶ σ᾽ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα* τ᾽ ἀδερφοῦ του, γι᾽ ἀπάνω, γιὰ τὰ Μπογάζια τῆς Πόλης, κι ἀποκεῖ γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἐταξίδευαν συχνὰ γιὰ κεῖνα τὰ μέρη, πότε μὲ λάδια, πότε μὲ κρασιά. Καὶ σὰν ἑτοιμάσθη νὰ μισέψῃ ὁ Σπύρος, μιὰ βραδιὰ γυρίζει καὶ λέγει τῆς μητέρας μου:
― Νὰ σοῦ πῶ, μάννα, ἐσὺ ἔχεις, μὴ πρὸς βάρος, μὲς στὸ σπίτι, τριῶν λογιῶν παιδιά. Ὅσο καὶ νὰ τὴν ἀγαπᾷ, τὴν Οὐρανίτσα, ὁ μητρυιός της, δὲν θὰ τὴν ἔχῃ σὰν τὰ παιδιά του, τὰ γκαρδιακά. Εἶναι τὸ σπίτι σας σὰν μιὰ φωλιὰ ἀπὸ λογιῶν-τῶν-λογιῶν πουλιά, ὅπου κάθε πουλὶ ἔχει καὶ τὴν λαλιά του. Δὲν ἀφήνεις τὴν Οὐρανίτσα νὰ τὴν πάρ᾽ ἡ μητέρα μου στὸ σπίτι, καλύτερα, νὰ τὴν ἔχῃ συντροφιά, ποὺ εἶναι μονάχη της, ὅσο θὰ λείπω ἐγώ, ὣς ποὺ νά ᾽ρθω, καλὸ κατευόδιο, νὰ στεφανωθῶ;
Ἡ μάννα μου, σὰν τ᾽ ἄκουσε, κούνησε τὶς πλάτες.
― Ξέρω κ᾽ ἐγώ, πλιό, εἶπε μόνον. Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ πῇ κι ὁ πεθερός σου.
―Ὁ πεθερός μου, εἶπεν ὁ Σπύρος, τί θὰ πῇ;… φθάνει νὰ θέλῃς τουλόγου σου.
Ὁ πεθερὸς ἦτον ὁ ἀφέντης μου, ὁ μητρυιὸς τῆς Οὐρανίτσας. Ἐκεῖνος δὲν εἶπεν ὄχι, ἐπειδὴ πέφταμε πολλὰ παιδιὰ μὲς στὸ σπίτι, κ᾽ ἡ μάννα μου γεννοῦσε ἀκόμα.
―Ἂς πάῃ, καλύτερα, μὲ τὴν συμπεθέρα, τὴ Μπερνίτσα, εἶπε.
―Ἂς πάῃ, πλιό, εἶπε κ᾽ ἡ μάννα μου.
Ἡ Οὐρανίτσα, κι αὐτή, σὰν νὰ τῆς ἄρεσε νὰ πάῃ νὰ καθίσῃ μὲ τὴν πεθερά της. Ἡ συμπεθέρα, ἡ Μπερνίτσα, χήρα, ἄλλο παιδὶ δὲν εἶχε, παρὰ μίαν κόρη πανδρεμένη, μὲ δυὸ παιδιά, καὶ τὸν γυιό της τὸν Σπύρο. Ὅποτε ἔλειπε ὁ Σπύρος, ἔμενε μονάχη της στὸ σπίτι. Ὥστε ἐφάνη πρόθυμη νὰ δεχθῇ τὴν νύφη της γιὰ συντροφιά.
Ἡ Οὐρανίτσα ἑτοίμασε ὅλα τὰ ροῦχά της, καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐκουβαλήθη στὸ σπίτι τῆς πεθερᾶς. Ὁ Σπύρος ἦτο ἕτοιμος νὰ μβαρκάρῃ. Τὸ ταχιὰ ἐμβαρκάρισε νὰ φύγῃ, μὰ ἐπειδὴ οἱ καιροὶ ποὺ φυσοῦσαν ἦταν βοριάδες, ἐπόδισε, κ᾽ ἦρθε πίσω, κ᾽ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ᾽ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ᾽ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν᾽ ἀρμενίσῃ καταπάν᾽ τὸν ἀέρα. Ὕστερα, σὰν ἐμαλάκωσαν οἱ καιροὶ κ᾽ ἐπῆραν νοτιές, ἐμβαρκάρισε κ᾽ ἔφυγε.
Πέρασαν δυὸ-τρεῖς μῆνες, κ᾽ ἡ Οὐρανίτσα, ἡ ἀδελφή μου, ἐζοῦσε πολὺ ἀγαπημένα μὲ τὴν πεθερά της. Κ᾽ ἡ συμπεθέρα μὲ τὴν μάννα μου εἶχαν ἀγάπες, κι ὅλοι ἦσαν χαρούμενοι. Κ᾽ ἐπερίμεναν, ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα, νὰ ἔρθῃ κανένα καΐκι ἀποπάνω, νὰ τοὺς φέρῃ γράμμα ἀπ᾽ τὸν Σπύρο. Κ᾽ ἐλογάριαζαν ὣς τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἔρχονται τὰ καράβια καὶ δένουν στὴν πατρίδα γιὰ νὰ ξεχειμάσουν, νά ᾽ρθῃ κι ὁ Σπύρος μὲ τὸ καλό, καὶ τότε νὰ γένῃ κι ὁ γάμος.
Πέρασε ἡ Λαμπρή, ἦλθε κι ὁ Μάης μὲ τὰ λούλουδα, ἦλθε κι ὁ Θεριστὴς μὲ τὰ χρυσᾶ στάχυα, ἦλθε κι ὁ Ἁλωνάρης μὲ τὶς θημωνιές. Καὶ σὰν ἐμβῆκε ὁ Ἄουστος, ἔξαφνα ἕνα πρωί, ἡ συμπεθέρα ἡ Μπερνίτσα βλέπει τὴν νύφη της καὶ τῆς ἐφάνη σὰν ὕποπτη καὶ φοβισμένη… Εὐθὺς ἄρχισε νὰ τὴν ἐξετάζῃ.
― Τί ἔχεις, κορίτσι;
Ἡ Οὐρανίτσα ἄρχισε τὰ κλάματα. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι ὣς τὸν κόρφο τῆς πεθερᾶς της, τὸ ἐχαμήλωσε παρακάτω ὣς τὴν μέση της, τῆς ἐφίλησε τὰ γόνατα, κ᾽ ἠθέλησε νὰ ξομολογηθῇ. Μὰ ἡ φωνή της ἔτρεμε. Δὲν μποροῦσε νὰ βγάλῃ λόγο.
― Θὰ μοῦ πῇς;
Τῆς Οὐρανίτσας ἦτον κομμένη ἡ φωνή της. Ὣς τόσο, νά ἀπάνω κάτω τί μπόρεσε νὰ πῇ…
― Σὰν ἔφυγε… κ᾽ ἐπόδισε… κ᾽ ἦρθε πίσω… ἔλειπες τουλόγου σου… ἤσουν στὴν ἀνδραδέλφη μου… ἕνα δειλινό…
Ἤθελε νὰ πῇ ὅτι ὁ ἀρραβωνιαστικός της τὴν ηὗρε μοναχήν, τὸν καιρὸ ποὺ εἶχε μβαρκάρει τὴν πρώτη φορά, κ᾽ ἐπόδισε· καὶ τὴν ἔπιασε, καὶ τὴν κατεχράσθη.
Ἡ Μπερνίτσα δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ πιστέψῃ.
― Καὶ μοῦ τὸ κρύβεις τόσον καιρό;…
― Κι ἐγὼ δὲν ἤξερα… τώρα τὸ ἔνοιωσα, εἶπε μὲ κλάματα ἡ Οὐρανίτσα.
― Ψέματα λές! εἶπεν ἀγρία ἡ Μπερνίτσα. Εἶσαι σὲ τέτοια θέση ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ λείπει ὁ γυιός μου… Μὲ κανέναν ἄλλονε!…
Ὁ λόγος αὐτὸς τῆς πεθερᾶς ἦτον μαχαίρι δίκοπο, ἦτον ἀστροπελέκι, ἦτον θάνατος. Ἡ Οὐρανίτσα ἄρχισε νὰ τρέμῃ ὅλη, ἐκοκκίνισε, κιτρίνισε, ἔπλεε στὸν ἱδρῶτα, πιάσθηκε ὁ ἀνασασμός της.
― Ἐγώ! μπόρεσε μόνο νὰ πῇ… θὰ πιῶ φαρμάκι!…
― Νά ἐκειδὰ πάνω στὸ ἀράφι, τό ᾽χω, εἶπε σκληρὰ ἡ πεθερά της. Πάρε το καὶ πιέ το!…
Αὐτὸν τὸν λόγο εἶπε, καὶ τῆς γύρισε τὶς πλάτες…
Αὐτὸ ἦτον «ἕνα κ᾽ ἕνα», παιδάκι μου, ἐξηκολούθησεν ἡ γραῖα Φωλιώ, ἀφοῦ εἶχε διακόψει ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ τὴν ἀφήγησιν. Τὸ πρωὶ εἰπώθηκε αὐτὸς ὁ λόγος, καὶ τὸ ἀπόγευμα, κοντὰ τὸ δειλινό, ἡ Οὐρανίτσα ἡ ἀδελφή μου, βρέθηκε ξαπλωμένη κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἀπάνω στὸ κατώφλιο, μὲ τὰ ποδάρια κατὰ μέσα στὸ σπίτι, καὶ τὸ κεφάλι κατὰ ἔξω στὴν αὐλή, χλωμή, νεκρή, ἀποθαμένη.
Ἔβαλε ἡ Μπερνίτσα τὶς φωνές, ἔτρεξαν οἱ γειτόνισσες. Σὲ λίγο ἔφθασε καὶ ἡ μάννα μου ξεμανδήλωτη, τραβώντας τὰ μαλλιά της. Ἔτρεξα κ᾽ ἐγώ, πιανόμενη ἀπ᾽ τὴν φουστάνα τῆς μητέρας μου, ὀχτὼ χρονῶν κορίτσι, κλαίοντας, χωρὶς ν᾽ ἀγροικῶ καὶ νὰ νοιώθω τὸ γιατί.
Τὴν ἐσαβάνωσαν, τὴν ἔκλαψαν σιγανά, χωρὶς μοιρολόγια. Ἡ Μπερνίτσα «ἔπιασε τὴ χάσα*». Δὲν τῆς ἐβάστα ἡ καρδιά ― δὲν κοτοῦσε νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια τῆς μητέρας μου.
Ὕστερα, ἔπρεπε νὰ τὴν θάψουν, πρὶν βασιλέψῃ ὁ ἥλιος. Ἐκεῖνον τὸν καιρό, δὲν εἴχαμε δημάρχους, εἴχαμε δημογερόντους τοῦ χωριοῦ, πρωτόγερους. Κι ὁ πρωτόγερος τοῦ χωριοῦ, ὁ κὺρ Ἀναγνώστης, ἕνας ἄνθρωπος ὅλο μὲ συννεφιασμένο μέτωπο καὶ ζαρωμένα φρύδια, δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ ἄδεια νὰ θάψουν τὴν φαρμακωμένη στὸν ἅγιον τὸν τόπο, στὰ Μνημούρια, ἐκεῖ ποὺ ἔθαφταν τοὺς χριστιανούς. Κι ὁ παπὰς τῆς ἐκκλησιᾶς, σύφωνος, δὲν ἠθέλησε νὰ τῆς διαβάσῃ, τῆς φτωχῆς, οὔτε ἕνα τρισάγιο. Καθὼς μοῦ εἶπε ὕστερα ὁ πνεματικός, εἶχαν δίκιο, γιὰ νὰ μὴ δίνεται κακὸ παράδειγμα. Ἔπειτα ἡ ἀδερφή μου ἦτον ἡ πρώτη ψυχή, ὕστερα ἀπὸ ἀμνημόνευτα χρόνια, ποὺ σκοτώθηκε μοναχή της. Ἄλλοτε δὲν εἶχε ξαναγίνῃ αὐτὸ στὸν τόπο μας.
Μερικοὶ ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ταφῇ ἐπάνω στὸν τόπο, μὴ τυχὸν βρυκολακιάσῃ κ᾽ ἔρθῃ πίσω ― ἐπειδὴ ὁ βρυκόλακας μόνον ἁρμυρὰ νερὰ δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ. Βλέπεις ἐκεῖνα τὰ νησάκια, ποὺ εἶν᾽ ἕνα καμάρι, ἕνα στολίδι, ἐμπρὸς στὸ λιμάνι μας; Κοίταξ᾽ ἐκεῖνο τὸ νησί, ποὺ τὸ λένε Μαραγκό! Ἔτσι τὸ ἔλεγαν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἔτσι ἄρχισαν πάλι νὰ τὸ λένε καὶ τώρα. Μὰ ἕνα καιρὸ τὸ εἶχαν ὀνοματίσει ἀπ᾽ τὸ ὄνομα τῆς ἀδερφῆς μου.
Ὁ γείτονάς μας, ὁ Γιαλουγγής, μὲ τὴν βάρκα του, καὶ μὲ τὸν σύντροφό του μαζί, τὸν Φραγκούλη τῆς Μπάλιαινας, ἐπῆραν τὸ λείψανο ἐπάνω εἰς ἕνα πλατὺ μαδέρι, καὶ τὸ κουβάλησαν, τὸν βράχο τὸν κατήφορο, ὣς τὴν βάρκα. Ἡ μάννα μου ἔτρεχε κατόπιν, κ᾽ ἐγὼ μαζί της. Κόσμος πολύς, ἀπὸ περιέργεια, ἀκολούθησαν ὣς κάτω στὸ γιαλό. Μερικοὶ ἔλεγαν κι ἄσχημα λόγια.
― Σκύλα!… ψοφίμι!…
Τὴν ἐμβαρκάρισαν στὴ φελούκα, κ᾽ ἔπιασαν τὰ κουπιά, οἱ δυό τους, ἐπῆγε μαζὶ κ᾽ ἕνας ἄνθρωπος μ᾽ ἕνα σελάχι, μὲ μιὰ κουμπούρα στὴν μέση, καὶ μ᾽ ἕνα χονδρὸ ραβδὶ στὸ χέρι. Ἄνθρωπος μὲ μεγάλα μουστάκια, καὶ μὲ μακριὰ μαλλιὰ καὶ μιὰ μαύρη σκούφια. Ἦτον ὁ καβάσης* τῆς δημογεροντίας. Τὸν εἶχε στείλει ὁ πρωτόγερος γιὰ συνοδία. Ἐπῆραν μαζί τους δύο τσάπες κ᾽ ἕνα φτυάρι. Ἄλλον δὲν ἄφησαν νὰ πατήσῃ στὴν βάρκα. Τὴν μάννα μου τὴν ἔδιωξαν μακριά.
Ἐγύρισε πίσω μὲ τὰ κλάματα.
Οἱ ἄλλες οἱ μαννάδες, ὅταν γυρίζουν ἀπ᾽ τὸ ξόδι, ἀπ᾽ τὴν ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ, παύουν τὰ μοιρολόγια. Ἡ μάννα μου τότες τ᾽ ἄρχισε…
Ἔκλαιε, ἀμέρωτα, ἀπαρηγόρητα, καὶ μ᾽ ἔκανε κ᾽ ἐμὲ νὰ κλαίω. Ἀνάμεσα τὴν ἐρωτοῦσα:
― Ποῦ τὴν πᾶνε, μάννα, τὴν Οὐρανίτσα μας;
Ὕστερ᾽ ἀπὸ ἕνα χρόνο, μερικοὶ ψαράδες εἶχαν ἀνεβῆ στὴν ράχη τοῦ νησιοῦ, τοῦ Μαραγκοῦ, ὅπου ἀργὰ καὶ ποῦ, ἐτύχαινε νὰ πατήσῃ ἄνθρωπος. Ἤθελαν νὰ κατεβάσουν μερικὰ ξηρόκλαδα, ἢ νὰ κόψουν ὀλίγα ξύλα γιὰ ν᾽ ἀνάψουν φωτιὰ κάτω στὴν ἄμμο, νὰ ψήσουν ψαράκια γιὰ νὰ κολατσίσουν. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὰ χαμόκλαδα, μιὰ ἀσυνήθιστη μοσχοβολιὰ τοὺς ἦρθε.
Ἐκεῖ, στὴν ρίζα ἑνὸς βράχου, εἰς ἕνα μέρος ὅπου τὸ χῶμα ἐξεῖχε ὀλίγον, εἰς ἕνα μικρὸν ὄχθον ὣς μιάμιση ὀργυιὰ τὸ μάκρος, καὶ τέσσαρες σπιθαμὲς τὸ πλάτος, ἀνθοῦσε μία ὄμορφη ἰτσιά, γεμάτη ἀπ᾽ ὡραῖα ἀσπροκίτρινα λουλουδάκια, ἴτσια, τόσα πολλὰ καὶ φουντωτὰ κι ἄφθονα, ὥστε μποροῦσαν νὰ γεμίσουν ὣς δέκα καλάθια.
Ἐκεῖ ἦταν ὁ τάφος τῆς φτωχῆς ἀδερφῆς μου. Ἀπὸ τότε τὸ Μαραγκὸ ἄρχισαν νὰ τὸ λένε «τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας».”
(1902)

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑΝΑΙΣ (απόσπασμα)




υπήρχες στο διάστημα των λέξεων
στον αστερισμό της λεύκας που ήταν άλλοτε
και ήταν άλλοτε πουρίμ
και ήσουν Εσθήρ παιδί

παιδί και ήσουνα ντυμένη με βασιλική στολή
είχες κορώνα χάρτινη πετούσες κομφετί
κι' έφερνε η νόνα του Αμάν τα δόντια στη γιορτή

Εσθήρ
χωρίς πυξίδα και
παγώνουν τα σώματα
τα μαλλιά σου θα πάρουν το χρώμα των φυκιών
θα κοιμηθώ με την ανάμνησή τους
είπες εσύ
η στερημένη το θυμάρι
η με φυσαλίδες στις σιωπές των οσμών
ενώ από τα μπαλκόνια τ΄ ουρανού
θ΄ ανέμιζαν κόκκινα μπαλόνια και γιρλάντες.

πουρίμ είναι πάλι
και είναι ο Αμάν νεκρός

ντυμένοι όλοι στα βελούδα
με μακιγιάζ πολύ
(λόγοι είναι κοσμικοί)
με γλυκά και ηδύποτα
ψέλνουν το καντίς

Αριθμητική μιας ανάμνησης (απόσπασμα)



                                                            Στη Μπιάνκα Κωνσταντίνη Βεντούρα

Ι


Δεκέμβρης με δρόμους γεμάτους φονικό
με παντζούρια κλειστά.

Τρία τα σημάδια της ισορροπίας
ένα το απλανές βλέμμα
δύο η γραμμή χωρίς κυματισμούς
τρία το ανεπίστρεπτο

Κι' έπειτα τρία τα σημάδια των ήχων
ένα             ο θόρυβος της ακινησίας
γύρω από σώμα ολόγυμνο στο χρέος
δύο            ο ρόγχος στις κοιλότητες
τρία            άναρχα φωνήεντα νοθευμένα από ρω
σύνολο τρία

Ύστερα μιλούμε

για γαλήνη στα λυμφατικά σύννεφα
σ' αντίθεση με τους τυμπανισμούς της διαταραχής

για χάλκινο πρόσωπο που περνά στο κενό
πίσω από ένα κλείστρο

για το λυτό μπρούτζινο κρεβάτι σου

για μια βαλίτσα κλειστή
γεμάτη σιωπές

Κυκλώνιο (απόσπασμα)

Εκείνα τα σύννεφα έκρυβαν τον ήλιο
Και δεν είχε ήλιο το κλάμα των παιδιών
Κανείς
Κανείς δεν ρώταγε
Κανείς δεν κοίταζε τη σάρκα που
Φιλούσε στο στόμα τις καμινάδες
                                                                                                           Καντίς Β
                     Υπεράνω των ύμνων
                     Στο λαμπύρισμα της γλώσσας
                     Αιωρείται το Τίποτα
                     Αιωρείται το Τώρα
                     Ευλογητός που γυμνώθηκε                     
                     Και γυμνός πορεύτηκε
                     Ευλογητός
                     Ο κληρωτός της μοίρας
                     Ας μεγαλύνεται η μνήμη του
                     Ας ευλογείται

Ένα παιδί ονειρεύεται

Ποιοι έκλεισαν  τους οχετούς και πλημμυρίζει ο τόπος
Ποιοι άνοιξαν τις σήραγγες και ρούφηξαν το σώμα
Ποιοι σκόρπισαν στους δρόμους τα ιμάτια;
                             
Διάβαζε τους στίχους
Η μητέρα με κρατούσε από το χέρι
Τότε κάποιος σήκωσε το μαχαίρι του χωρισμού
To πρωί στο μάθημα φώναξε
Τα  παιδιά άφησαν
ίχνη των ποδιών τους στα όνειρά μου
      
Δίπλα του η Λέα χάραζε με το μολύβι  
Ζωγράφιζε σύννεφα
Σύννεφα με γραμμές     
εκείνος δεν ήταν στις γραμμές της
      
Δεν ήταν    
Πώς μπορεί να διηγηθεί

Ιωσήφ Βεντούρας (βιογραφικό)

Ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης. Είναι διπλωματούχος μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος του Ε.Μ.Π. Από τον Απρίλιο του 2006 διευθύνει το δικτυακό περιοδικό ποίησης "Poetica" (www.poeticanet.com).Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, εβραϊκά και σερβικά.
 
 
(2009) Κυκλώνιο, Μελάνι
(2006) Σχόλια σε μαύρο, Γαβριηλίδης
(2001) Ταναΐς, Γαβριηλίδης
(1998) Αριθμητική μιας ανάμνησης, Γαβριηλίδης
(1997) Υγρός κύκλος, Γαβριηλίδης

“Εύα Υβέτ ‘Ηβη…”

Εύα Υβέτ Ήβη και Λευκή
όνειρα ονείρου μου στη γη
καρπός κιτριάς κλαδί μυρτιάς
φύλλα ιτιάς και φοινικιάς
γυρίζατε κύκλο τη γραφή
με τα κεριά σας αναμμένα
Ήταν Σιμχά Τορά ήταν γιορτή
Λευκοί καπνοί είχαν υψωθεί
λείψανα μάτια ρημαγμένα
Γραφή και σύμβολα οι ναοί
στοιχειά που στοίχειωναν κι εμένα

Τ` αγριολούλουδα

Τ` αγριολούλουδα δεν ανθίζουν με προσταγές
ούτε κανείς σπέρνει τη φύτρα τους
ανατρεπτικοί άνεμοι στροβιλίζουν την αυγή
λιχνίζουν γόνο στις οστεοθήκες των αγρών
στον κρόταφο των βράχων.

Τη νύχτα
Οι κηποκόμοι φτύνουν τη δροσιά της γης
φτύνουν την αταξία της.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Ζαφειρίου Σταύρος (βιογραφικά στοιχεία)

Γεννήθηκε το 1958 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Ποιήματα και πεζά κείμενα του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό

Ποιητικές συλλογές:
  • «Το ευλύγιστο πέλμα», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1983
  • «... και να μπλοφάρουμε στο όνειρο», εκδ. Μη άμεσης επανάστασης, Αθήνα, 1984
  • «Στη μουβιόλα», εκδ. Μη άμεσης επανάστασης, Αθήνα, 1986
  • «Ζεστή πανσέληνος», εκδ. Ρόπτρον, Αθήνα, 1988
  • «Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1993
  • «Τα κατοικίδια», εκδ. Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997
  • «Η άτροπος των ημερών», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1998
  • «Σώματος λόγος», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2004
  • «Χωρικά», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2007
  • «Ενοχικόν – Ο μονόλογος ενός δράστη», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2010
 
Πεζογραφία:
  • «Η κόρη του πλοίαρχου Νέμο», εκδ. Τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1990
 
Παραμύθια:
  • «Η μεγάλη πολιτεία και τα τέσσερα όμορφα όνειρα», εκδ. Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997
  • «Ο ξυλοκόπος που έγινε άγγελος», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2000
  • «Το καρναβάλι των ζώων», εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη, 2000 


 

Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010) III. guarda e passa (απόσπασμα)


Πώς εκπληρώνει κανείς το καθήκον του; Θέλω να πω: πώς κάνει πράξη απρόβλεπτη το προσχεδιασμένο; Λίγο με νοιάζει ό,τι διδάσκεται γι’ αυτό ή όσα οι αγυρτείες της ανάγκης συμβουλεύουν. Λίγο με νοιάζει η γνώμη (η πεποίθηση) νόθων συλλογισμών.

Θέλω να πω: με ποιον ώμο μπορεί να σπρώξει κανείς, να σωριάσει κανείς σε ερείπια το επόμενο τείχος; Με ποιο πέλμα μπορεί να σκορπίσει τ’ οδόφραγμα και τους σάκους της άμμου στο πιο κάτω σημείο ελέγχου; Με ποιο τρόπο μπορεί ν’ αφαιρέσει κανείς το πράσινο χρώμα από τις θλιβερές γραμμές της εγκατάλειψης;

Κατακτημένη πόλη, κατεχόμενη πόλη, πόλη κομμένη στα δυο, συρματοπλέγματα, ουδέτερη ζώνη, συρματοπλέγματα, κόκκινη οβάλ σφραγίδα εισόδου, γαλάζια τετράγωνη σφραγίδα εξόδου. Χαρτιά.

Ένας άντρας διαβάζει την πύλη του Άουσβιτς.
Διαβάζει ψηλά, στην πύλη του Άουσβιτς,
το καλαίσθητο, σφυρήλατο κύμα.
Περνά επιτέλους την ανοιχτόκαρδη
πύλη του Άουσβιτς
και πιάνει αμέσως δουλειά.
Ξέρει καλά πως η δουλειά απελευθερώνει∙
αυτός είναι ο λόγος που πιάνει αμέσως δουλειά.
Φωτογραφίζει:
τα σύρματα, τους προβολείς, τα φυλάκια,
τους χαλικόστρωτους δρόμους,
τα φροντισμένα κτίρια με τα νούμερα
και το κόκκινο τούβλο,
τον τοίχο των εκτελέσεων, τις κεραμοσκεπές,
το σιδερένιο Π του ικριώματος∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει:
στις βιτρίνες τις τούφες των μαλλιών,
τις βούρτσες των δοντιών και τις βούρτσες ξυρίσματος,
των παπουτσιών τις στοίβες,
τις βούρτσες γυαλίσματος, τα γυαλιά,
τις θήκες των γυαλιών,
τις χτένες των αντρών, τα χτενάκια,
τις βούρτσες των μαλλιών,
τ’ ακριβά δαντελένια ριπίδια,
τις ομπρέλες του ήλιου∙ φωτογραφίζει,
στις βιτρίνες φωτογραφίζει:
τους ξύλινους βραχίονες, τους ξύλινους πήχεις,
τις ξύλινες κνήμες των αναπήρων,
τις σκουριασμένες ομπρέλες της βροχής,
τις σκουριασμένες λεπίδες ξυρίσματος,
τις βαλίτσες με τ’ άσπρα ονόματα,
τις ριγωτές ασώματες στολές,
τις τρομαγμένες φωτογραφίες των Häftlinge,
τον τρομερό στικτό τους αριθμό,
τους κοιτώνες, τα στρώματα από τσουβάλι και άχυρο,
τα σκεύη μαγειρικής και τα υπολείμματα
της τροφής στα τσίγκινα πιάτα∙
αλλάζει φακό, φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει διόλου κουραστεί φωτογραφίζει:
τα υπόγεια κελιά της τιμωρίας,
τον θάλαμο αερίων, τον προθάλαμο,
τους άφθαρτους πάγκους των ρούχων,
τα δίδυμα φουρνάκια από χάλυβα και πυρίμαχο τούβλο∙
φωτογραφίζει, χωρίς να έχει διόλου κουραστεί
φωτογραφίζει,
χωρίς να έχει αντιληφθεί ή δίχως
να έχει ακριβώς συνειδητοποιήσει
πως οι εντολές μεταγωγής και οι λίστες πορείας,
τα υπερπλήρη δρομολόγια των τραίνων
και τα στοιχεία συσκευασίας του Zyklon-B
είναι γραμμένα σε στίχους∙
λυτρωτικούς, φλογερούς, τολμηρούς
ανομοιοκατάληκτους στίχους.

Φωτογραφίζει, φωτογραφίζει, αλλάζει φακό,
αλλάζει μπαταρίες,
φωτογραφίζεται,
μπροστά στα φουρνάκια φωτογραφίζεται,
με την πρέπουσα βεβαίως συνθήκη του χώρου,
ολόκληρη η μνήμη της φωτογραφικής μηχανής φορτωμένη
από αυτή την ψηφιακή βεβαιότητα της συνθήκης του χώρου,
της συνθήκης του άπρεπου χτες
και της συνθήκης του πρέποντος σήμερα,
ενός ολόκληρου χτες και ενός ασυμπλήρωτου σήμερα,

όπου η καμένα σάρκα της ιστορίας θα εκτυπωθεί,
μετά την εξαήμερη εκδρομή,
στην υψηλή ανάλυση των οχτώ μεγαπίξελ.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.