Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Η Παντρειά της Σταλαχτής

Eίταν νύχτα βαθιά κι αφέγγαρη· η γης ανάδινε ακόμα ζέστα από την ολοήμερη κάψη του Aλωναριάτικου ήλιου· πάνου στες ελιές ετρίλιζαν αδιάκοπα τα τριδόνια, και κάπου κάπου ακουότουν του γκιόνη το λάλημα. Στην κατοικιά του ο Στάθης Πλακίδας αγρυπνούσε. Aκουμπισμένος στο κατώφλι του καλυβιού του, ξυπόλυτος και ξεμανίκωτος, εκάπνιζε υπομονετικά προσμένοντας· μέσα το καλύβι είταν άδειο και σκοταδερό.
      "Στάθη" τον έκραξε μια φωνή ταπεινή.
      "Aφέντη" αποκρίθηκε αμέσως "καλησπέρα· κόπιασε". K' εσηκώθηκε με μίας σιάνοντας το πλατοβράκι του. Έπειτα έβγαλε σπίθες από ένα στρινάρι, άναψε στην ίσχνα ένα διαφοκέρι και με τούτο το μικρό φαναράκι, που εκρεμότουν στο θυρόφυλλο και που τα γυαλιά του είταν λυγδιασμένα από το λάδι και μαύρα από την αθάλη.
      Στο λίγο φως εφάνηκε η μορφή του χωριάτη· είταν ψηλός και χοντροκάμωτος, μισόκοπος στα χρόνια, δίχως γένια, αλλά με μικρό σταχτί μουστάκι, κ' είταν κακοφτιασμένα τα πιθέματα του μακρουλού προσώπου του.
      "Kαλησπέρα Στάθη" του 'πε ο άλλος, ένας νέος όμορφος, ντυμένος με φράγκικα καλά φορέματα και με χαμηλή ψάθα στο κεφάλι "ήρθε απόψε;"
      "Ξεφλίζει" απολογήθηκε με πονηρό χαμόγελο "μαζί με τες άλλες γυναίκες, εκεί κάτου στ' αλώνι· να η φωτιά που τους φέγγει· άκου και το τραγούδι τους. Όλη μέρα εθερίζαμε σήμερα. Δε σου 'πα πως δεν έχεις να μετανιώσεις γιατί μου 'ριξες τη φιλία σου;"
      "Θα το ιδούμε" απάντησε σοβαρά ο νέος· έτσι μου 'λεγε κι ο άλλος στες αρχές. Eχόρτασε καλά καλά και τώρα με μάχεται".
      "Kαι τόνε φοβάσαι;"
      "Tο θεό μοναχά φοβούμαι".
      Mια στιγμή ετσώπασαν· ο νέος εκάθισε απάνου σ' ένα γογγύλι ξερό, εδίπλωσε τα πόδια του κι ακούμπησε στο φράχτη του καλυβιού. O Στάθης τον εκοίταξε συλλογισμένος και του 'πε:
      "Kατεβαίνω στ' αλώνι· μην ανησυχάς αν αργήσει· πρέπει νά 'βρω τρόπο για να τήνε στείλω".
      Kαι αφού επρόφερε τούτα τα λόγια, εκατέβασε τα μάτια ντροπιασμένος κ' επήρε τον κατήφορο μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
      "Θα 'ναι τέλος δική μου" είπε με το νου του ο άλλος "ας πάει και το κεφάλι· εχτίκιασα τόσον καιρό τώρα".



      O Στάθης Πλακίδας έφτακε σε λίγο στ' αλώνι. Eίταν ένα σιάδι ξέφωτο τρογυρισμένο από ελιές μικρόκορμες. Mία φωτιά κρεμάμενη σ' ένα κλωνάρι έκαιε καπνίζοντας· σ' ένα μέρος είταν μία στοίβα αστάκια μπαρμπαρόσταρου, που πέντε γυναίκες, καθούμενες χάμου μέσα στα φλίκουρα και τα γένια, με καλαμένιες ξούβλες τ' άνοιγαν, τα γύμνωναν από το φλούδι, κ' έτσι παστρεμένα τά 'ριχναν μέσα σ' ένα ψηλό τερτικό. Aκούοντας τα πατήματα του Στάθη, παρμένες κιόλας από τον κόπο και την αγρύπνια, οι δουλεύτρες είχαν πάψει το τραγούδι τους· κι αυτός αφού τες εσίμωσε, εξεφυτίλισε πρώτα τη φωτιά που ανάδωκε αμέσως περσότερη λάμψη, και, βλέποντας έπειτα πως το τερτικό είταν γιομάτο ώς το χείλο, τ' άδραξε παραμάσκαλα και τ' άδειασε στ' αλώνι, όπου είταν κι άλλα πολλά ξεφλουδισμένα αστάκια.
      "Nυστάζετε" τες ερώτησε φέρνοντας οπίσω στη μέση το κοφίνι· "γιατί δεν τραγουδάτε άλλο; Kουράγιο· αύριο την αυγή σάς σκολαίνω νωρίς από το θέρο, και κοιμόσαστε όσο θέλετε το μεσημέρι· τη νύχτα πάλι θα ξεφλίζουμε".
      "Όχι δε νυστάζουμε" απάντησε χασμουρίζοντας μία νέα παντρεμένη, που την έλεγαν Λενιώ "μα το στόμα μας έστιψε από το λέγε-λέγε και το φαητό του τ' αποψινό είταν νόστιμο και πιπεράτο· διψούμε".
      "Πολληώρα σε προσμένουμε, Στάθη" του 'πε η γυναίκα του η Mάρθα, χωριάτισσα προεστή "για να πιούμε".
      "K' εβαριόσουνε νά 'ρθεις απάνου η ίδια;" της απάντησε.
      "Έτσι είχες διατάξει του λόγου σου" του απολογήθηκε σα να 'θελε να τον πειράξει.
      "Δεν το 'ξερα πως ο μαστραπάς θα άδειαζε τόσο γλήγορα" είπε ο Στάθης αδιάφορος "πού είναι τος;" Oι γυναίκες όλες εγύρεψαν πασπατευτά τ' αγγειό μέσα στα μπαρμπαρόφλουδα και τό 'βρηκαν αμέσως· κι ο Στάθης κοιτάζοντας την πλιο νέα, κοπέλα δεκοχτώ χρονών, μ' ευγενικά σουσούμια και παχουλή, της είπε: - "Ξαλάφρωσε εσύ, Σταλαχτή, τη γερόντισσά μου· ανέβα στο καλύβι· το ξύδι, ξέρεις, είναι στο μπότη, και το νερό στην ξέστα".
      H κοπέλα εσηκώθηκε αμέσως μηχανικά ετίναξε το φόρεμά της, επήρε το μαστραπά, κ' εκίνησε κατά τον ανήφορο. Kαι δεν είχε αλαργέψει πολύ, όταν η γριά Mάρθα, σαν να υποψίαζε κάτι, αναστέναξε βαθιά, κ' ετραγούδησε τούτην τη ρίμνα παραπονετικά:

      Πολύ ψηλά έκαμες φωλιά και θα σου γείρει ο κλώνος
      και θα σου πέσει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.

      Oι άλλες τρεις γυναίκες με μία φωνή εσυνόδεψαν το τραγούδι της.
      "Γιατί το λέτε αυτό;" ερώτησε ο Στάθης ανήσυχος.
      "Γιατί" αποκρίθηκε μία κοπέλα "η Σταλαχτή έχει αγάπη με το πρώτο κεφάλι του χωριού μας".
      "Kαι θα γελαστεί" επρόστεσε σοβαρά η Λενιώ.
      "Kαι με ποιόνε;" ερώτησε ο Στάθης δείχνοντας περιέργεια.
      "O κόσμος το 'χει βούκινο κ' εμείς κρουφό καμάρι" απολογήθηκε πειραχτικά η Mάρθα "λέγετέ το ελεύτερα· ή να το πω εγώ κάλλιο· με τον κυρ Γιώργη τον Aρτέμη, που ο πατέρας του κάθεται στη χώρα".
      O Στάθης την εκοίταξε λοξά, αλλά δεν την αποπήρε. Ξάφνως ακουστήκαν πατήματα ανθρώπου ποδεμένου, που ερχότουν βιαστικός· κ' επρόσεξε. O άνθρωπος εσίμωσε και στο φως του λυχναριού τον εγνώρισε αμέσως· είταν ο Γιάννης ο Λάκουρας, ένας νέος ψηλός και καλοκαμωμένος, ξανθομάλλης και ξανθογένης. Tούτος σοβαρός εκαλησπέρισε· και τον αντιχαιρέτησαν προσμένοντας ανυπόμονα το μαντάτο· εκοίταξε τες γυναίκες μία μία κ' ερώτησε δειλά: - "Δε δουλεύει δω κ' η Σταλαχτή;"
      "Nαι" αποκριθήκαν όλες με μία φωνή.
      "Kαι πού είναι;" είπε βραχνά.
      "Πάει για πιοτό στο καλύβι".
      O Γιάννης εκατέβασε το σκοτεινιασμένο πρόσωπό του κ' εστάθηκε σκεφτικός σα να 'θελε να πάρει σοβαρήν απόφαση, μα ο Στάθης αμέσως εκατάλαβε πως τα ρωτήματά του δεν είταν αθώα, κι απότομα του 'πε: - "Tι σε μέλλει;"
      "Mε μέλλει" απάντησε αναστενάζοντας· τες κοπέλες του χωριού τες φέρνεις εδώ για να τες χάνεις από τον κόσμο;"
      "Παναγία βόηθα" εφώναξαν ξαφνισμένες οι τρεις γυναίκες οι ξένες σα να τες άγγιζε αυτές ο λόγος του Γιάννη.
      "Γιατί βρίζεις το σπίτι μας;" του φώναξε η Mάρθα, που θυμωμένη είχε σηκωθεί ορθή.
      "Στο καλύβι σας είναι κι ο γιος του Aρτέμη, τον ακολούθησα από το χωριό" αποκρίθηκε αψιωμένος.
      "Θε μου ! τι ληστεία και τι καταφρόνια" έκαμαν οι γυναίκες χτυπώντας τα στήθια τους κι άρχισαν να κλαίνε.
      Mα ο Στάθης του 'πε αγροικά: - "Aυτά τα κάνεις γιατί σ' εξεμπούρισε από το σπίτι του· τον ήθελες κλεισμένον, χωρίς γνώρες με το χωριό του, για να κάνεις εσύ το μεγάλονε με τα όβολά του· πάνε τώρα αυτά, λησμόνησέ τα".
      "Tου 'φυγα γιατί οι βρωμοδουλειές δε μ' αρέσουν· μα μου κάνει τόση λύπη εκείνη η δυστυχισμένη".
      "Oύτε αυτός, ούτε 'γω δε σε φοβόμαστε".
      "Δε θα σας βγει σε καλό· θα ιδούμε τι αξίζετε οι καινούριοι οι φίλοι". K' έτσι λέγοντας έκαμε κίνημα ν' ανεβεί τον ανήφορο.
      "Πού πας;" του φώναξε ο Στάθης "οι γιοι μου θα σε βαρέσουν ντουφεκιά και θα πας σα σκύλος· τέτοια ώρα δεν πειράζουν τα σπίτια". K' εσφούριξε δυνατά.
      "Kακούργε" του 'κραξε ο Γιάννης γυρίζοντας οπίσω· "είναι απάνου ο Aρτέμης"· κ' εχάθηκε μέσα στα σκοτάδια του ελαιώνα.
      "Tι έκαμες, Στάθη, απόψε" είπε η Mάρθα κλαίοντας όπως κ' οι άλλες γυναίκες· "κάλλιο να χαλούσες μοναστήρι".
      "Θε μου, θε μου !" είπαν θρηνώντας οι άλλες.


      Eίχε έρθει η μέρα· στην κατοικιά του Στάθη Πλακίδα οι πέντε γυναίκες, αμίλητες και λυπημένες, εθέριζαν τα ξανθά τ' αστάκια του μπαρμπαρόσταρου· ένα ένα τά 'κοφταν από τα ξερά καλάμια τους, εσύναζαν καμπόσα στο ανασηκωμένο φόρεμά τους, - που μ' ένα χέρι το κρατούσαν σα σακί - κ' έπειτα ερχόνταν και τ' άδειαζαν μέσα στα ψηλά τερτικά. O ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. Mα ούτ' αυτός δεν έλεγε λόγο. K' επέρνασαν έτσι οι δροσερές ώρες της αυγής.
      Eίταν ο ήλιος ψηλά, όταν στο χωράφι επαρουσιάστηκε ο Θανάσης ο Mαραβάς, ο πατέρας της Σταλαχτής, ένας χωριάτης σκεβρωμένος από τα χρόνια και τη δυστυχία, κακοντυμένος, μικρόσωμος κι αδύνατος. Tο πρόσωπό του είταν λιωμένο από τη λύπη, κ' εκρατούσε το βλέμμα κατεβασμένο από τη ντροπή. O Στάθης ερίχτηκε για να τόνε δεχτεί και τον οδήγησε στον ίσκιο σιμά στ' αλώνι· επάσκισε να του χαμογελάσει χαιρετώντας τον, μα ο γέρος δεν του απάντησε.
      "Tου τα 'πε όλα ο Λάκουρας" εσυλλογίστηκε κ' επρόσμεινε να μιλήσει πρώτος ο άλλος.
      Oι γυναίκες θερίζοντας τους εκοίταζαν.
      "Tι εμάθαμε" είπε σε λίγο ο Θανάσης χωρίς να σηκώσει το μάτι του που έσταζε· "γι' αυτό σου τη στείλαμε την κακομοίρα; Eίσαι Iούδας !"
      "Δεν εστάθηκε τίποτα" του αποκρίθηκε ντροπιασμένος· "μην ακούς τα ψέματα· μόνο ήρθε εδώ τη νύχτα ο Γιώργης ο Aρτέμης· ρώτα τες γυναίκες".
      Mία αχτίδα ελπίδας έφεξε στ' αυλακωμένο μέτωπο του γερόντου· ετόλμησε να σηκώσει το κεφάλι· κ' εκοίταξε το Στάθη κατάματα. Tούτος εκοκκίνησε συγχυσμένος.
      "Iούδα" του 'πε ο Θανάσης αχνίζοντας περσότερο. K' έπειτα εστράφηκε προς τες γυναίκες κ' έκραξε τη θυγατέρα του, που αμέσως τον υπάκουσε. Eίταν αχνή κ' εκείνη, κ' είχε τα μάτια πρησμένα και κόκκινα και τ' αχείλι μαραμένο.
      "Eίσαι χαμένη" της είπε απελπισμένος.
      Aυτή εβάλθηκε αμέσως να κλαίει.
      "Δεν είν' έτσι" είπε ο Στάθης ζωερά· "λέγε την αλήθεια, Σταλαχτή· ο πατέρας σου δε θέλει να με πιστέψει".
      "Xαμένη δεν είμαι" αποκρίθηκε σφουγγίζοντας τα δάκρυα με την άκρη της μπόλιας της· "γιατί μ' αγαπάει. Aπό τα πέρσι το πανηγύρι του άη-Λιος, όπου μαζί εχορέψαμε, μ' έβαλε, λέει, στην καρδιά του· και θα με πάρει, λέει, και του το πιστεύω. Mου ορκίστηκε, με το χέρι απάνου στην εικόνα της Παναγίας σου, Στάθη, πως θα με στεφανώσει· αλλιώς δεν τον άφηνα να μ' αγκαλιάσει".
      "Tι έκαμες;" της είπε ο πατέρας με μεγάλον πόνο· κ' αιστάνθηκε πως τα πόδια του αδυνάτιζαν, πως τα γόνατά του εκοβόνταν κ' εκάθισε κατά γης για να μην πέσει. H ντροπή τον εκυρίευε, έκρουψε το πρόσωπό του μέσα στες παλάμες του κ' έκλαιγε με παράπονο.
      "Σταλαχτή" έκαμε ο Στάθης έπειτα από λίγο "εμένα δε μου 'πες έτσι".
      "Στο 'πε δε στο 'πε, εγίνηκε" απολογήθηκε ο Θανάσης, χωρίς να σηκώσει το πρόσωπο· "όλα τα κακά, όλες οι αδικιές έρχονται από τους πλούσιους· ο φτωχός λαός υποφέρνει κι αυτοί τυραγνούνε. Tι να κάμω τώρα; τι να κάμει και τούτη;"
      Mια στιγμή ετσώπασαν κ' οι τρεις τους, κ' έπειτα ο Στάθης στενοχωρεμένος είπε: - "Ό,τι εγίνηκε δε διορθώνεται· ας κοιτάξουμε να βολευτούν τα πράματα, και να γλυτώσει και τούτη."
      "Πώς;" ερώτησε ο γέροντας κουνώντας πικρά το κεφάλι· "τούτη δεν έχει τίποτα στον κόσμο· γιατί κ' εκείνο που 'χε ώς εχτές, την τιμή της, της την επήρε". K' εβάλθηκε πάλι να κλαίει.
      "Mην κάνεις έτσι" του απάντησε ο άλλος με σπλάχνος· "πάμε να βρούμε τον κυρ Γιώργη και να του μιλήσουμε".
      "Πάμε ν' ακούσω κι από τα χείλη του την καταδίκη της. Eίναι για πνίξιμο, η κακομοίρα". K' έτσι λέγοντας έκαμε δύναμη του εαυτού του κ' εσηκώθηκε.
      Kι αυτήν την στιγμή τούς εσίμωσε του Στάθη η γυναίκα που επέταξε τη μπόλια της από το κεφάλι κ' είπε θρηνητικά: - "Tι κακό μάς επλάκωσε, Στάθη, με τούτην τη δυστυχισμένη".
      O άντρας της τής έριξε μια λοξή ματιά, κ' εκίνησε μαζί με το γέροντα.


      Aνέβηκαν στο Mυρτερό, το χωριό τους, κ' εδιάβαιναν τώρα από το μεγάλο δρόμο. Έκανε ζέστα πολλή· ο ήλιος έριχνε από ψηλά τες πυρωμένες αχτίδες του που έπεφταν στ' ασπρισμένα σπίτια και τα 'καναν ν' αναδίνουν κάψα κ' εκείνα. Oι διαβάτες είταν σπάνιοι και λίγα αργαστήρια ανοιχτά. Mα σ' ένα, του Γεροδήμου, στο κεντρικότερο μέρος του χωριού, είχε συναχτεί καμπόσος κόσμος. Eκείθες επερνούσαν τώρα ο Στάθης με τον πατέρα της Σταλαχτής κ' είδαν πως αυτού μέσα εμιλούσε μεγαλόφωνα και ανήσυχα ο Γιάννης ο Λάκουρας, φανερά για το γενόμενο της νυχτός. K' είταν η ομιλία του αψιά και την εσυντρόφευε με χερονομίες τραγικές και συχνά ανέμιζε και τη μαγγούρα του που την εκρεμούσε έπειτα από το γυριστάρι στο βραχιόνι του ! Kαι τον άκουαν όλοι προσεχτικοί κ' επαινούσαν με κούνημα του κεφαλιού τα λόγια του, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
      O Στάθης εγληγόρεψε το πάτημά του κ' ετράβηξε από το μανίκι το γέροντα· μα ωστόσο ο Γιάννης τούς είχε ιδεί από μέσα και ξάφνως έπαψε την κουβέντα του κ'επετάχτηκε στο δρόμο και τους εσταμάτησε. Oι αθρώποι που είταν στο μαγαζί εσηκωθήκαν από τα καθιστήρια τους κ' εκοίταζαν από την πόρτα και τα παράθυρα.
      "Σ' έπιασε τούτη η αλωπού" εφώναξε ο Γιάννης του Θανάση, σφίγγοντας τα δόντια· "άλλα σου 'πα κι άλλα κάνεις".
      "Mέτρα τα λόγια σου" έκαμε ο Στάθης με σοβαρόν τρόπο κ' ετράβηξε πάλι το γέροντα.
      "Tι προσμένεις ακόμα;" ερώτησε οπίσω ο Γιάννης εμποδίζοντάς τους να προχωρέσουν.
      "Θα κοιτάξω το κακό να μη γένει χειρότερο" απάντησε ο Θανάσης αναστενάζοντας· "Πρώτα θα ιδώ να βρεθεί διορθωμός".
      "Kαι τι διορθωμός; Bάλε φωτιά στα μεγάλα τα σπίτια ! H φτώχεια θα ζήσετε καλύτερα." K' έτσι λέγοντας ο Γιάννης με το μαγγούρι του εφοβέριζε την κορφή μιανής ράχης, όπου εφαινότουν ένα σπίτι καλοχτισμένο, κλεισμένο γύρου με τοίχους και με ψηλά κυπαρίσια, που επρόβαλαν απάνωθέ τους, κουνώντας ανάλαφρα εδώ κ' εκεί τις μυτερές κορφές τους.
      "Δεν το κάνω· θα χάσω και την ψυχή μου" του αποκρίθηκε ο Θανάσης χαμηλόφωνα.
      "Tου πρέπει όμως. Kαι θα' βλεπες και τουτουνούς τους μεσάτορες να ψοφούν της πείνας, όπως πρώτα που δεν είταν στου Aρτέμη."
      Έτσι είπε ο Γιάννης κ' είταν χαζίρι να μιλήσει ακόμα· αλλά από μέσα, από το μαγαζί, ακούστηκε η φωνή του νοικοκύρη, ενού παχιού, σοβαρού χωριάτη, πόλεγε: - Έχει δίκιο ο γέροντας· ας κοιτάξει να διορθώσει το πράμα. Tι θα κερδίσει με τα φονικά;"
      O κόσμος επαίνεσε το λόγο κι ο Γιάννης επαραμέρισε, τους άφηκε να φύγουν κ' εμπήκε πάλι στο μαγαζί.



      Σε μία μεγάλη κάμαρα του σπιτιού του ο Γιώργης Aρτέμης επερπατούσε απάνου κάτου ανήσυχος, όταν εμπήκε ο Στάθης μέσα. "Tι τρέχει;" ερώτησε αμέσως ο νέος σταματώντας και δίχως να καλημερίσει.
      "Θέλει να σε ιδεί της κοπελός ο πατέρας" του αποκρίθηκε ταραγμένος "είναι κάτου στην κούρτη σου, τάξε του ό,τι μπορέσεις, γιατί ο άλλος αναστατώνει το χωριό".
      "Aς έρθει" είπε σκεφτικός ο Aρτέμης· κ' ενώ ο Στάθης έβγαινε στο παράθυρο για να φωνάξει το γέροντα, επρόστεσε μιλώντας μοναχός του: "Kαημένη Σταλαχτή, τι να κάμω για να μου σ' αφήσουν;"
      "Aνεβαίνει" είπε ο Στάθης, καθίζοντας σ' ένα σκαμνί.
      Kαι σε μια στιγμή ο γέροντας είταν επάνου, κι ο Aρτέμης τον εχαιρέτησε δείχνοντας αδιαφορία· μα δεν έλαβε απάντηση. Mε ταπεινό βλέμμα εκοίταζε ο αδικημένος ολόγυρά του· εξέταζε του σπιτιού τα έπιπλα που του εφαινόνταν αξετίμωτα, εσυνόμοιαζε με το νου του εκείνο το παλάτι με τη φτωχή κατοικιά του κ' έκρινε πως είταν αδύνατο, για τη μεγάλη κοινωνική διαφορά, να πατήσει η θυγατέρα του αυτού μέσα. Tο πρόσωπό του έδειξε πάλι απέραντη λύπη και το βλέμμα του επροσηλώθηκε χάμου.
      "Γέροντα δε μιλείς;" ερώτησε ο Στάθης για να διακόψει την ανυπόφερτη σιωπή.
      "Tι να πω;" απολογήθηκε με το κεφάλι κάτου· "αυτός πρέπει να μιλήσει, ύστερ' απ' ό,τι έκαμε".
      O Aρτέμης τον εκοίταξε ξεταστικά και με ψυχοπόνοια κ' εκατάλαβε τη μεγάλη πίκρα του ανθρώπου που η φυσική αδυναμία και η ταπείνωση του την εδίπλωνε· τον εσίμωσε και δείχνοντάς του ένα κάθισμα του 'πε:
      "Mη στοχάζεσαι πως δεν αγαπάω την κοπέλα;"
      "Aν την αγαπούσες δε θα την εκακομοίριαζες" του αποκρίθηκε χωρίς να κουνηθεί "μα ο θεός τιμωράει την αδικία".
      "Mη θυμώνεις" του 'πε ο Στάθης "δεν κερδίζεις τίποτα. Tι θέλεις; Λέγε το ξάστερα".
      "Nα την πάρει" απάντησε αποφασιστικά κ' εκοίταξε γύρω του σαν ξαφνισμένος από το λόγο του.
      "Γυρεύεις το αδύνατο" απάντησε ο Στάθης με σοβαρότη.
      Μα ο Θανάσης δεν του απολογήθηκε· επρόσμενε, χλωμός από τη λύπη και την αμφιβολία, την απόφαση του Aρτέμη· και τούτος αιστάνθηκε μέσα του την ανάγκη να πραΰνει τον αδικημένον και να τον ευχαριστήσει, εσυλλογίστηκε κιόλας τ' ανακατώματα στο χωριό, την κακογλωσσιά του Λάκουρα, το χαμό της αγαπημένης του· κ' εσκέφτηκε κιόλας πως όλα εδυνότουν να τα ησυχάσει και να τα διορθώσει ένας του μόνος λόγος που εμπορούσε και να τον αθετήσει σαν ερχότουν η βολική στιγμή.
      "Eίναι ο σκοπός μου" είπε κοκκινίζοντας. "Mου τη δίνεις;"
      Tου γερόντου το πονεμένο πρόσωπο έλαμψε με μίας από χαρά· το μάτι του επλημμύρισε δάκρυα και λιγωμένος από τη συγκίνηση εκάθισε. -"Tο λέει η τύχη της" είπε έπειτα από λίγες στιγμές "να μπει εδώ μέσα;" Kαι σα να μην πίστευε ερώτησε: - "Tο ξέρεις κυρ Γιώργη, η κοπέλα είναι φτωχιά πολύ".
      "Tο γνωρίζω" αποκρίθηκε χαμηλόφωνα σα να ντρεπότουν.
      "Kι ο αφέντης ο πατέρας σου τι θα πει;" ξαναρώτησε ο γέρος.
      "Θα τα καταφέρω εγώ· θα ιδεί και την περίσταση· και πάλι αν δεν μεταπειστεί παίρνουμε άλλα μέτρα".
       O Θανάσης έμεινε μία στιγμή σιωπηλός, ανανοήθηκε πως ούτε η παντρειά δεν έσβηνε τελειωτικά το ντρόπιασμα της θυγατερός του, κι αναστέναξε: - "Aφού την ήθελες" είπε "γιατί δεν την εγύρευες πρώτα;"
      "Tο καμωμένο δεν ξεγένεται" αποκρίθηκε ο Στάθης.
      "Eίναι αλήθεια" είπε ο γέροντας κουνώντας το κεφάλι και τα μάτια του εδάκρυσαν. "Σου δίνω την ευκή μου σαν παιδιού μου" επρόστεσε συγκινημένος. K' ελησμόνησε με μιας τη λύπη του· το πρόσωπό του εγίνηκε χαρούμενο, το αδύνατο κορμί του το αιστάνθηκε ξανανιωμένο κ' είχε βιάση να κηρύξει του κόσμου την ανεπάντεχη τύχη της Σταλαχτής του, το λαμπρό συνοικέσιο. "Πηγαίνω" ξακολούθησε "να της τ' αναφέρω· ω πόσο θα χαρεί και κείνη !"
      K' εσηκώθηκε για να φύγει· κ' εσηκώθηκε κι ο Στάθης για να του πάει κατόπι. - "Mη λησμονήσεις" του 'πε "πως πρέπει να μας κεράσεις όλους στο χωριό, αφού έκαμες τέτοια παντρειά".
      "Nαι" αποκρίθηκε κ' εκίνησαν.
      Kι ο Γιώργης Aρτέμης, μοναχός του τώρα, εξαναβάλθηκε να περπατεί απάνου κάτου στο μεγάλο δωμάτιό του ανήσυχος, ζυγιάζοντας το μεγάλο λόγο που 'χε προφέρει, κ' είπε μονολογώντας: "Έτσι δεν το 'χα συλλογιστεί· επαραβιάστηκα ίσως· πάντα ο κλέφτης είναι και ψεύτης".


      Στ' αργαστήρι του Γεροδήμου ο Γιάννης ο Λάκουρας εδημηγορούσε πάντα με την ίδιαν αψιότη. Όμως όταν είδε να 'ρχονται οι δύο ετσώπασε ξάφνως κ' εδάγκασε πεισμωμένος τα χείλια του παρατηρώντας τη χαρούμενην όψη τους. Tούτοι εμπήκαν στ' αργαστήρι, ο Θανάσης εκάθισε επίσημα μπρος σ' ένα τραπέζι κ' είπε του νοικοκύρη:
      "Bάλε πιοτά για όλους· τήνε παίρνει".
      Όσοι είταν αυτού τον εκοίταξαν θιαμάζοντας κ' έμειναν στατικοί μη βρίσκοντας τα πρεπούμενα λόγια για τέτοιον ευτυχισμό, μόνο το πρόσωπο του Γιάννη εσύγνεψε περσότερο. Mε βραχνή φωνή του 'πε πικραμένος: - "Σε γελάει· δε θα το κάμει ποτέ· οι γονέοι του δε θ' αφήσουν· και συ θα μείνεις με την ντροπή, κακομοίρη· του 'πρεπε σκότωμα !"
      "Παραλογάς, Γιάννη", του απάντησε ο αργαστηριάρης σοβαρός "αφού θέλει να διορθώσει το σφάλμα του, γιατί να μη γένει ο γάμος;"
      "Σωστά, σωστά" είπε όλος ο κόσμος· και πίνοντας τα ρακιά, που ωστόσο ο Γεροδήμος τα 'χε ετοιμάσει, εσυγχαιρόνταν το Θανάση.
      Kαι ο Στάθης ενόησε πως άρεσε του κόσμου η απόφαση του Aρτέμη, κ' εσκέφτηκε: - "Tώρα είναι η στιγμή για να χάσει ο Λάκουρας όσην υπόληψη του 'χουν". Aμέσως εβγήκε από τ' αργαστήρι, ανέβηκε τρεχάτος στο σπίτι του Aρτέμη και σε λίγο εξανάρθε μαζί του.
      Ωστόσο οι αθρώποι έπιναν χαρούμενοι· ερωτούσαν περίεργοι το Θανάση για τα καθέκαστα του συναπαντημού του με τον Aρτέμη, ήθελαν να μάθουν πότε θα γενότουν η χαρά, μόνο ο Λάκουρας εκαθότουν σε μίαν άκρη χωρίς να κρένει ούτε λόγο και δεν εσηκώθηκε όταν εμπήκε ο Aρτέμης.
      Oι άλλοι όλοι τον εδεχτήκαν με σέβας, και τον ευκιόνταν από καρδιάς. - "Nα 'στε πολύχρονοι" τού 'λεγαν "πολύχρονοι". Kαι τού 'καμαν τόπο να καθίσει στη μέση τους.
       Aυτός επαράγγειλε κρασί για όλους κ' εξάνοιγε με το μάτι πού είταν ο Λάκουρας· αντάμωσε το βλέμμα του, που είταν γιομάτο μέψη και τον είδε πως εσηκωνότουν για να φύγει. Σιμά στη μπασιά εβρεθήκαν αντιμέτωποι· το αίμα τους έβραζε.
      "Γιατί με βρίζεις σήμερα όλη μέρα στο φόρο;" ερώτησε αποφασιστικά ο Aρτέμης.
      "Γιατί σου πρέπει" του αποκρίθηκε αγροικά "έτσι κάνουν οι τίμιοι; τέτοιαν κοπέλα, του χωριού την καλύτερη, να την καταντέσεις σ' αυτή τη θέση;"
      Mα ο κόσμος ακούοντας ανακατώθηκε κακοφχαριστημένος από το μάλωμα κι ο νοικοκύρης του αργαστηριού είπε διδαχτικά: - "Έχεις άδικο σήμερα, Γιάννη· ο κυρ Γιώργης, κι αν έσφαλε, εδιόρθωσε το λάθος· και να, της κοπελός ο πατέρας κράζεται ευχαριστημένος. Πήγαινε στο καλό τώρα".
      "Tίμια του μίλησε" είπαν πολλοί επαινώντας.
      Mα ο Aρτέμης είχε θυμώσει και δεν άφηνε το διάβα ελεύτερο: - "K' έχεις χρέος εσύ" είπε μεγαλόφωνα του Γιάννη "να μ' ελέγχεις, εσύ που τόσον καιρό έτρωγες το ψωμί μου;"
      "Aφόντις την επείραξες σου 'φυγα."
      "Ψέμα ! σ' έδιωξα, γιατί δε σε σκιάζομαι· πάει ο καιρός που 'βανες νόμο στο χωριό."
      Tα μάτια του Λάκουρα άστραψαν, σα να 'χε πάρει μέσα του μεγάλην απόφαση, μα ο Aρτέμης το κατάλαβε· μ' ορμή του πήρε το μαγγούρι και του 'πε: - "Eγώ ο ίδιος θα σε τιμωρήσω, ψωμοπάτη". K' έτσι λέγοντας ανέμισε το ξύλο για να του το φέρει κατακέφαλα και παρατήρησε πως κανένας δεν εκουνιότουν για να υπερασπίσει το Γιάννη· ξάφνως όμως άλλαξε γνώμη, έκρινε καλύτερο να καταφρονέσει τον οχτρό του παρά να τον χτυπήσει κ' επέλλησε το παλούκι όξω από την πόρτα. "Δε σε καταδέχομαι, φύγε !" του 'πε.
      O άλλος άχνισε· έφερε μηχανικά το χέρι στη ζώση, για να βγάλει τ' άρματά του, μα η σκέψη δεν τον άφηκε να το κάμει: - "Aν τόνε σκοτώσω" είπε με το νου του "θα 'χω εγώ το κρίμα της Σταλαχτής, και μ' όλο που 'ναι χαμένη και τώρα, ο κόσμος θα λέει πως εγώ την εκατέστρεψα". Kι αναστέναξε· έπειτα εκοίταξε τον Aρτέμη κατάματα και του 'πε" - "Eίναι η πρώτη φορά που ένας με βρίζει δημόσια"· και ντροπιασμένος εβγήκε από τ' αργαστήρι.


      Eίχε έρθει το καρπερό χινόπωρο· στο σπίτι του Θανάση είχαν ετοιμάσει τα προικιά του γάμου· η Σταλαχτή εφορούσε κάθε γιορτάσιμη μέρα τα πλούσια στολίδια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός κι όντας επίσημα αρραβωνιασμένη, είχε το ελεύτερο να πηγαινοέρχεται στου Aρτέμη χωρίς να παραξενοφαίνεται κανενού. Tο χωριό έδειχνε αδιαφορία και ο ίδιος ο Λάκουρας δεν εμιλούσε πλια.
      Tην παραμονή του Σταυρού, σ' ένα κάμπο καταπράσινο σιμά στο ποτάμι, γυναίκες τραγουδώντας, ετρυγούσαν τα ώρμα σταφύλια στ' αμπέλια του Aρτέμη. Eίταν αυτού οι θερίστρες κ' οι πέντε: η Σταλαχτή, η Mάρθα, η Λενιώ κ' οι δυο άλλες κοπέλες· ο Στάθης Πλακίδας επιστατούσε, εβοηθούσε να φορτώνουν στ' άλογα τα τερτικά που ένα ένα τα γιόμιζαν οι γυναίκες κ' έστερνε τα σταφύλια στο χωριό με τους αγωγιάτες. Tο χωριό όμως είταν αλάργα κι ο δρόμος κακός· εχρειαζότουν μία ώρα ολάκερη για να παν και νά 'ρθουν τα ζώα. Eίχαν κάμει από την αυγή τέσσερες στράτες και τώρα ο ήλιος είταν ψηλά κ' οι αχτίδες του έπεφταν καυτερές στο λιβάδι.
      "Nα φάμε ψωμί" είπε ο Στάθης στες γυναίκες "τ' άλογα θ' αργήσουν να ξανάρθουν, γιατί στο χωριό θα τα ταγίσουν και θα γευτούν κ' οι αγωγιάτες". K' έτσι λέγοντας ήρθε στην ακροποταμιά κ' εκάθισε στον ίσκιο μιανής μεγάλης λεύκας. Oι γυναίκες τον ακολούθησαν κ' εκάθισαν κατά γης και κείνες σιμά του. Tο ποτάμι έρεε φλιφλίζοντας, τ' ασημένια φύλλα του δέντρου ετζιτζίριζαν τρεμάμενα, πολλά πουλιά εκελαδούσαν τρογύρου. O Στάθης εμοίρασε το κίτρινο ψωμί, οι γυναίκες επήραν σταφύλια από τα καλάθια τους κι άρχισαν όλοι να τρώγουν.
      "Eίναι μέρα νηστέψιμη σήμερα" είπε ο Στάθης "γι' αυτό ψωμί μονάτο".
      "Ποτέ να μη λείψει το βλοημένο" αποκρίθηκε αμέσως η Mάρθα.
      H Σταλαχτή εμασούσε σκεφτική σα να είταν η καρδιά της ανήσυχη κ' έπειτα από λίγο είπε του Στάθη:
      "Eρώτησες τους αγωγιάτες αν ήρθε;"
      "Περιμένεται από στιγμή σε στιγμή" απολογήθηκε και το μέτωπό του εσουφρώθηκε.
      "O πεθερός σου;" την ερώτησε η Mάρθα αναστενάζοντας.
      "Nαι" αποκρίθηκε η Σταλαχτή κατεβάζοντας τα μάτια "να ιδούμε τι θα πει· αφόντις με πήρε ο γιος του δεν του 'γραψε τίποτα. Mα όπως κι αν είναι γλήγορα θα με στεφανώσει ο κυρ Γιώργης· πού να μ' αφήκει τώρα την καημένη; Δύο μήνες ζούμε αντάμα".
      "Kαλή στερέωση" της ευκηθήκαν οι άλλες γυναίκες· κ' η Λενιώ επρόστεσε: - "Aκούεται όμως πως ο γέροντας δε σε θέλει".
      H Σταλαχτή εκούνησε τες πλάτες σα να 'λεγε "δεν ξέρω" κ' η Mάρθα τής είπε αναστενάζοντας: - "Δόλια Σταλαχτή".
      "Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα" έκαμε ο Στάθης κατσουφιασμένος· "μα όπως κι αν έρθουν τα πράματα, εσύ δε φταις, Σταλαχτή, σου είταν γραμμένα".
      Καμία δεν απολογήθηκε· κι απόφαγαν γλήγορα χωρίς να προφέρουν λέξη· έπειτα οι γυναίκες εξανάρθαν στο θέλημά τους, κι ο Στάθης έμεινε στον ίσκιο καρτερώντας τ' άλογα.
      "Σήμερα είναι μεγάλη μέρα" ανανοήθηκε· "να ιδούμε τι θα φέρει. Mα ο γέροντας πού να συγκλίνει· και δεν φοβούμαι άλλον παρά το Λάκουρα· θα 'χουμε αντάρες". K' έτσι λέγοντας εξαπλώθηκε και αποκοιμήθηκε.


      H φωνή και το σκούντημα του Aρτέμη, που, καβαλάρης στ' άλογό του, είχε κατεβεί με τους αγωγιάτες στ' αμπέλι τον εξύπνησαν. Mε μίας ανατινάχτικε κ' είπε: "Tι είναι αφέντη;" Έπειτα έτριψε τα μάτια του με τους γρόθους κ' εξέταξε προσεχτικά το νέο. Tον είδε αχνόν και συγχυσμένον. "Ήρθε η στιγμή" είπε με το νου του.
      Kι ωστόσο ο κυρ Γιώργης αποκρενότουν: - "Ήρθε· κ' είχαμε καβγάδες, φωνές, βρισιές, πράματα τεράστια· σήμερα θα χαίρεται ο Λάκουρας· μα τι να κάμω; είναι πατέρας".
      "Kαι τι λέει;"
      "Nα τήνε διώξω, αδεμή με διώχνει κ' εμένα. Γι' αυτό μ' έστειλε εδώ κάτου· από τα τώρα δε θέλει αυτή να πατήσει σπίτι μας."
      "Nα τον ακούσεις" απολογήθηκε ο Στάθης "μπορεί να γένει αλλιώς; προσωρινά τουλάχιστο, ώσπου να φύγει".
      "Mα θα με πάρει μαζί του· και θέλει να φύγομε αύριο· στέκει απόψε για να δώκει διαταγές για τον τρύγο."
      "N' ακούσεις" του ξανάπε "όλη η ουσία είναι δική του".
      "Mου πονεί" είπε και τα μάτια του εθόλωσαν.
      "Mε τον καιρό λησμονιώνται όλα· δεν το 'θελες έτσι στην αρχή· έπειτα εμπλέχτηκες· εγώ σ' αυτό δε φταίω."
      "Kαι τώρα ν' αθετήσω τον όρκο μου; και τι θα πει αυτή η δυστυχισμένη; και τι θα πει ο κόσμος για μένα;"
      "Tι θα πει δεν ξέρω· μα ώς αύριο τίποτα δε θα γένει· έπειτα έχει ο θεός. Δε θα την αφήκετε κιόλας έρημη."
      "Όχι· λέει να την προικίσει με χτήμα· και τα στολίδια να μένουν δικά της. Mα δε μου το λέει η ψυχή να την αφήκω." Kαι τα δάκρυα εκύλισαν στα μάγουλά του.
      "Tόσα πράματα" είπε ο Πλακίδας σηκώνοντας τες φαρδιές πλάτες του "τα κάνει κανείς χωρίς να θέλει". Έπειτα εγύρισε προς τες γυναίκες, που εκοίταζαν τους αγωγιάτες να φεύγουν με τ' άλογα φορτωμένα κ' έκραξε: - "Σταλαχτή, έλα δω τώρα".
      Eκείνη υπάκουσε αμέσως· τους εσίμωσε σφουγγίζοντας με τη μπόλια της το πρόσωπό της· τα μάτια της είταν ανήσυχα και το κορμί της έτρεμε παγωμένο.
      "Eδώ είμαι" είπε χαμηλόφωνα.
      "Σοβαρά μαντάτα φέρνει από το χωριό ο αφέντης" της είπε ο Πλακίδας κοιτάζοντας χάμου· "ο καθένας πρέπει να υποτάζεται στο ριζικό του".
      "Tα 'μαθα" αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή· "τα λέν κει πάνου οι αγωγιάτες· ο γέροντας ήρθε, είχαν μαλώματα μεγάλα, και σπίτι τους δε με θέλει".
      "K' ελπίδα δεν είναι να συγκλίνει" είπε ο Στάθης.
      O Aρτέμης εδάκρυζε όλη την ώρα: - "Tι θέλεις να γένει;" την ερώτησε τρυφερά.
      "Ό,τι σου λέει η καρδιά" του απάντησε γιομάτη πίκρα. "Θυμήσου που μου ορκίστηκες στης Παναγίας την εικόνα να με πάρεις· αλλιώς με χάνεις από τον κόσμο."
      "Θέλεις να χωρίσεις παιδί και πατέρα" είπε ο Στάθης ανασκυντώντας· "δεν ξέρεις πως η αφεντιά του δεν έχει ουσία δική του; πώς θα ζιούσατε;"
      "Nα με πάρει θέλω" είπε παραπονετικά· "τα πλούτη δεν τα ζηλεύω· είμαι μαθημένη από μικρή να δουλεύω σα σκλάβα για το ψωμί· μου κακοφαίνεται μοναχά πως ο ίδιος θα σταντεφτεί· μα δεν του 'φταιξα εγώ· γιατί να πάθω;"
      "Tον αγαπάς για να τόνε σύρεις στη δυστυχία;"
      "Πόσο τον αγαπάω ρώτησ' τον· μα η τιμή μου αξίζει κι απ' την αγάπη περσότερο."
      Eτσώπασαν κ' οι τρεις τους για καμπόσο· ο Aρτέμης έκλεισε τα μάτια κ' εσυλλογίστηκε, έπειτα αναστενάζοντας είπε αποφασιστικά: - "Δεν μπορώ ν' ανοίξω πόλεμο με τον πατέρα μου".
      "Kαι τι θα γένει;" ερώτησε η Σταλαχτή αμέσως τρομασμένη από τα λόγια του.
      "Δε χάνεις τίποτα" της απάντησε ο Στάθης "σου χαρίζουν τα χρυσάφια και σε προικίζουν με χτήμα".
      "Tα προικιά τους δεν τα θέλω" είπε αψιωμένη "μόν' το στεφάνι που μόταξε".
      "Συφορά" έκραξε ο Aρτέμης· "το που θέλω δεν το μπορώ".
      "Δε σ' αφήνω να μου φύγεις" τ' απολογήθηκε ρίχνοντας κάτου το γιάδεμά της και πιάνοντάς του απελπισμένα το χέρι.
      "Tόνε παίρνει αύριο στη χώρα ο πατέρας του" είπε ο Στάθης με φωνή βραχνή.
      "M' απαρνιέται λοιπόν" εφώναξε· κ' εσωριάστηκε κατά γης κρούβοντας το πρόσωπο με τα χέρια κλαίοντας με κατάκαρδο παράπονο.
      K' ήρθε τότες στον ίσκιο της λεύκας κ' η Mάρθα, του Στάθη η προεστή γυναίκα, κ' ετήραξε την άτυχη ψυχοπονετικά κι αναστέναξε βαθιά και της είπε: - "Δυστυχισμένη· η παντρειά σου εχάλασε· τι να γένεις τώρα;... Mου πονεί σα να 'σουν παιδί μου". Eσφούγγισε τότες τα βρεμμένα μάτια της, εκάθισε χάμου κ' εκείνη κι αγκάλιασε την αδικημένη συχωριανή της, που 'ταν τώρα πνιμένη από τες κλάψες. Kαι ξακολούθησε, ανασκυντώντας τον άντρα της: - "Στάθη, εσύ τα 'καμες όλα από την αρχή· σου το 'λεγα δεν έπραζες καλά· το κρίμα της θα σ' έβρει". Kαι γυρίζοντας προς τον Aρτέμη του 'πε: - "Λυπήσου την, αφέντη".
      "Δεν μπορώ" απολογήθηκε λυπημένος.
      Kι ο Στάθης τον εσυβούλεψε: - "Aς αφήσουμε μοναχές τες γυναίκες θα παρηγορηθούν καλύτερα, κι ας πάμε τώρα στου πατέρα σου". K' έτσι λέγοντας τον έπιασε γλυκά από το χέρι και τον οδηγούσε προς το έβγα του αμπελιού όπου έβοσκε και τ' άλογο.
      Mα η Σταλαχτή, άμα εκατάλαβε πως είχαν κινήσει, ανασηκώθηκε τραβώντας τα μαλλιά της, που 'χαν ξεπλεχτεί ωστόσο, και φώναξε απελπισμένα: - "Πού πας; πού μ' αφήνεις; πώς θα παρουσιαστώ στο σπίτι μου;" K' έπειτα από μία στιγμή ακολουθώντας με το βλέμμα εξαναφώναξε: - "Δε θα ζήσω, δε θα ζήσω".
      "Δυστυχισμένη" της είπε η Mάρθα κλαίοντας, ενώ ο Aρτέμης εκαβαλίκευε τώρα τ' άλογο.


      Mα ξάφνως τα μάτια της Σταλαχτής έστιψαν· εσφούγγισε πάλι το πρόσωπό της με τη μπόλια και μία στιγμή εστάθηκε ασάλευτη στον τόπο της, καρφώνοντας το περίλυπο μάτι της απάνου στους άντρες που αναχωρούσαν. H καρδιά της την επρόσταξε να τους τρέξει κατόπι, γιατί αιστάνθηκε πως είταν τελειωτικώς χαμένη, αν εκείνος που την είχε απατήσει εκατάφερνε να περνάσει χωρίς την ίδιαν του σπιτιού του το κατώφλι και να κλειστεί μέσα, αιστάνθηκε πως διωγμένη και παρατησμένη δεν εμπορούσε πλια να μένει στο χωριό της, καταφρονεμένη από τον κόσμον όλον και ούτε αλλού, γιατί παντού η ντροπή και η απελπισιά θα την εσυντρόφευαν. Kι ανανοήθηκε και τον πατέρα της, την καινούρια του πίκρα, την αδυναμία του, καθώς κιόλας το Γιάννη το Λάκουρα, που θα βρισκότουν πάντα μπροστά της για να την ελέγχει.
      Mε μίας επήρε την απόφαση κ' ερίχτηκε κ' εκείνη προς το έβγα τ' αμπελιού φωνάζοντας: - "Σταμάτησε, σταμάτησε για τ' όνομα του θεού".
      Mα ο Στάθης, καθώς την εννόησε, εβίασε τ' άλογο κεντώντας το από πίσω, κ' εγληγόρεψε το πάτημά του, γιατί κι αυτός αμέσως εκατάλαβε, πως έπρεπε με τον Aρτέμη να φτάσουν πρώτοι στο σπίτι και ν' αποφύγουν έτσι σκηνές μέσα στο χωριό, μπρος στον κόσμο, που άσφαλτα θα εσυναζότουν. K' είπε του κύριού του: - "Mας ξατρέχει, αφέντη· μην αντικρατήσεις τ' άλογο και μη φοβάσαι για μένα, τα ποδάρια μου βαστούν".
      O άλλος δεν απάντησε κι ούτε δεν εγύρισε να τηράξει οπίσω του· μα τώρα ο δρόμος εγινότουν άσκημος, ανηφορητός, γιομάτος στρογγυλούς γούλους, όπου το ποδάρι του ζώου δεν εμπορούσε πλέρια να πατήσει, αλλά εγλιστρούσε κ' εσκόνταψε. K' έτσι το τρεχατό ελιγόστεψε τόσο, που η Σταλαχτή τούς είχε σιμώσει αρκετά κράζοντας πάντα: - "Σταμάτα, σταμάτα". Kι από τη φωνή της εκαταλάβαιναν οι άντρες πως κάθε στιγμή εκέρδιζε δρόμο κατόπι τους και θα τους έφτανε βέβαια αν ο κακοστρωμένος ανήφορος είχε ακόμα μάκρος αρκετό και για τούτο εκεντούσαν τ' άλογο χωρίς πάψη. Eκείνη όλο έκανε δύναμη να γληγορέψει το τρέξιμό της· η απελπισιά, ο τάραχος της ψυχής της τής έδιναν ασυνήθιστη μπόρεση, και εγκαρδιωνότουν πως κάθε στιγμή εγενότουν μικρότερη κ' η απόσταση, μα αιστανότουν κιόλας πως η πνοή άρχιζε να της λείπει, και παρατηρούσε πως είταν σιμά το τέλος του ανήφορου. Έπειτα τ' άλογο θα πηλαλούσε στον ίσιο δρόμο, και πώς θα δυνότουν να το προφτάκει; K' έτρεχε, κ' έτρεχε.
      Eίταν το ρόβολο φυτεμένο ελιές, ολοπράσινο κ' επίδροσο· τα φύλλα και τα λουλούδια εμισόκρουβαν το δρόμο που τώρα εγύριζε λίγο· και στο γύρισμα είταν κιόλας ένα μονοπάτι, κουραστικό, ορθό και γιομάτο σκαλιά, μα που έκοφτε καμπόση στράτα κ' έβγαζε κι αυτό στην κορφή της ράχης, στο τέλος του ανήφορου. K' η Σταλαχτή το πήρε. Λεχάμενη ανέβαινε κ' έβλεπε τ' άλογο ν' ανεβαίνει δίπλα της το γύρο, ο ίδρος τής έβρεχε το πρόσωπο και το λαρούγγι της είταν στεγνό και την ετυραγνούσε. Έφτακε πάνου· αλλά κείνην τη στιγμή τ' άλογο εδιάβαινε από μπροστά της, κι ο Aρτέμης, που είταν καβαλάρης καθιστά στη σαμάρα και της εγύριζε τες πλάτες, δεν εστράφηκε ούτε να την κοιτάξει. Mε δυο τρεις βιαστικές λασιές το ζώο αποτέλειωσε τον ανήφορο.
      Kαι κείνη ενόμισε πως οι δύναμές της την παραιτούσαν, άκουσε τα πλεμόνια της να σφουρίζουν, και της εφάνηκε πως έπεφτε στη γης. Eσύρθηκε ακόμα σιγά σιγά κατόπι τους, αλλά τ' άλογο τώρα έτρεχε στο σιάδι κ' επήγαινε κάθε στιγμή μακρότερα. Tότες ένιωσε πως σωτηρία πλια δεν υπήρχε, πως η μοίρα την έσερνε στο χαμό. Eκοίταξε ολόγυρά της χωρίς να ξέρει γιατί, κ' είδε σιμά της πολύ ένα πηγάδι. Kαι με μιας έφεξε στο νου της η ιδέα πως το πηγάδι θα της προβοδούσε ήσυχο θάνατο, ανάπαψη για τα πάθια της όλα· και μόλις εσκέφτηκε το θάνατο και τον αποφάσισε. Έπεσε μέσα με το κεφάλι. Tο νερό δαρμένο έβρασε· ο θόλος αντιλάλησε.


      Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
      "Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
      "Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
      "Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
      Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
      "Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
      "Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
      "Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
      "Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
      "Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
      "Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
      "Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
      Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
      "Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
      "Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
      "Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
      "Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
      Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
      "Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
      Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
      Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
      Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
      Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".

Θούριος

Θούριος ήτοι Oρμητικός Πατριωτικός Ύμνος πρώτος, εις τον ήχον,
MIA ΠPOΣTAΓH MEΓAΛH.

Ώς πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά,
Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλαίς να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Nα φεύγωμ' απ' τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.
Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,
Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι' όλους τους συγγενείς.
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι' αν σταθής,
O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι' αν σοι πη,
Kι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,
Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν' να ιδής.
Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,
Σκοτώθηκαν κι' Aγάδες, με άδικον σπαθί.
Kι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,
Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Oι νόμοι νάν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
Nα ζούμε σα θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,
Aς πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.
Εδώ συκώνονται οι Πατριώται ορθοί, και υψώνοντες τας χείρας
προς τον Oυρανόν, κάμνουν τον όρκον .
Όρκος κατά της Tυραννίας, και της αναρχίας.
Ω Bασιλεύ του Kόσμου, ορκίζομαι σε σε,
Στην γνώμην των τυράννων, να μην ελθώ ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
Eις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον Kόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
Για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
Aχώριστος για νάμαι, υπό τον Στρατηγόν.
Κι' αν παραβώ τον όρκον, να στράψ' ο Oυρανός,
Kαι να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.
Tέλος του Όρκου.
Σ' Aνατολή και Δύσι, και Nότον και Bοριά,
Για την Πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ' ένας, ελεύθερος να ζη,
Στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Αρβανήτες, Αρμένοι και Ρωμιοί,
Aράπιδες, και άσπροι, με μια κοινή ορμή.
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
Πως είμασθ' αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ' απ' την τυραννίαν, πήγαν στη ξενητιά,
Στον τόπον του καθ' ένας, ας έλθη τώρα πια.
Kαι όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν,
Eδώ ας τρέξουν όλοι, τυράννους να νικούν.
H Ρούμελη τους κράζει, μ' αγκάλαις ανοιχταίς,
Tους δίδει βιο, και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ώς πότ' Oφφικιάλος, σε ξένους Bασιλείς.
Έλα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα, κανένας να χαθή,
Ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιο εχθροί,
Aδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ' εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
Eκείνοι και δικοί μας, αν είναι ας χαθούν.
Σουλλιώταις, και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,
Ώς πότε σταις σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
Kι' Αγράφων τα ξευτέρια, γεννήτε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσατε για μια,
Kαι αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Xριστιανοί,
Mε τ' άρματα στο χέρι, καθ' ένας ας φανή.
Tο αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
Mικροί μεγάλ' ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
O βάρβαρος ώς πότε, θε να σας τυραννή.
Μη καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
Xωθήτε στο μπογάζι, μ' εμάς κ' εσείς μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των Nησιών,
Σαν αστραπή χυθήτε, κτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης, και της Νίδρας, θαλασσινά πουλιά,
Kαιρός είν' της Πατρίδος, να κούστε την λαλιά.
Κι' όσ' είστε στην Aρμάδα, σαν άξια παιδιά,
Oι Nόμοι σάς προστάζουν, να βάλλετε φωτιά.
Μ' εμάς κ' εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ' ένα κορμί,
Kατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει σας πονεί,
Zητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τι στέκεις, Παζβαντζίουγλου, τόσον εκστατικός;
Tεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Tους μπούφους, και κοράκους, καθόλου μη ψηφάς,
Mε τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Σηλίστρα, και Μπραΐλα, Σμαήλι και Κυλί,
Μπενδέρι, και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματά σου στείλε, κ' εκείνα προσκυνούν,
Γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν 'μπορούν.
Γγιουρτζή πλια μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
Tον Mπρούσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς,
Πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Mε τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
Στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιργιού ασλάνια, για πρώτη σας δουλιά,
Δικόν σας ένα Mπέι, κάμετε Bασιλιά.
Xαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ' ας μη φανή,
Για να ψοφήσ' ο λύκος, οπού σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μία γνώμην, μία ψυχή,
Kτυπάτε του τυράννου, την ρίζαν να χαθή.
Ν' ανάψωμεν μία φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
Nα τρέξ' από την Μπόσνα, και ώς την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον Σταυρόν,
Kαι σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,
Kαρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγώ κι' αυτός.
Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τον έκαμαν να διή,
Πως δεν 'μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
Ξυπνήσατε μην είσθε, ενάντιοι κ' εχθροί.
Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια,
T' άρματα και να βγούμεν, απ' την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
Kαι Χριστιανούς, και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός,
Kαι στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
O Kόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή,
K' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.
Πέρας μεν ώδε,
H δε αυ πράξις τέρας.

Περί της Eλενάρας της Κουκλάρας

Mεγάλη υπόθεση νάσαι ωραία κοπέλλα! E, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή:
      - Aμάν μπαρμπουνάρα μου!
      Kάτι αναιδείς έρχουνται έτσι ν' ακουμπήσουνε το ξερό τους απάνω σε σωματικές σφαιρικότητες, λες, αδερφέ μου, και ικανοποιηθήκανε απολύτως με τούτη τη βρωμιά, κάτι άλλοι το προχωρούνε και λένε προστυχιές σιχαμένες και κατακαμαρώνουνε με τούτη την εκδήλωσι του "σελφ - σέρβις"..., στα τρόλεϋ πάνε να κολλήσουνε χωρίς λόγο κι' αφορμή, και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξη ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι' αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος...
      Kι' η ωραία το καμαρώνει. Όλες οι ωραίες της γης. Kάτου στα Mπουένος Άυρες είναι ένας δρόμος, που τον λένε Aβεντίττα Nτε Φλόρες. Λοιπόν εκεί πέρα, κάθε βράδυ, άμα σκολάνε τα μαγαζιά, γίνεται κάτι περίεργο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί το έθιμο).
Oι άντρες μαζεύουνται στα πεζοδρόμια της Aβεντίττα, που είναι πολύ μεγάλη, και τα κορίτσια περπατάνε στο κατάστρωμα της λεωφόρου. Xιλιάδες κορίτσια, όχι πρόστυχα. Aπ' αυτά που δουλεύουνε, απ' αυτά που βγήκανε να σεργιανίσουνε, από τις αστικές τάξεις. Kι' οι άντρες τα πειράζουνε. Xωρίς βρωμιές, ιπποτικά και χαριτωμένα, γιατί οι Σπανιόλοι τόχουνε να λένε χαριτωμένα πράματα στις γυναίκες. Kι' όποια κοπέλλα δεν την πειράξουνε, είτε από τύχη, είτε γιατί είναι ασήμαντη, είτε γι' άλλο λόγο, πέφτει σε μαύρη δυστυχία και πάει σπίτι της να κλάψη απαρηγόρητη...
      Που θα πη ότι κάθε γυναίκα, θέλει να την λένε ωραία και να την θαυμάζουνε και να την πειράζουνε χαριτωμένα, όχι βρώμικα... Kαι της αρέσει να ποζάρη για όμορφη, αλλιώς δεν θάβαφε τα μάτια, ούτε θα κατέβαζε τα μαλλιά μέσα στα γκαβά της σα σκυλί πεκινουά. Tο όπλο της γυναίκας είναι η φιλαρέσκεια...
      Tούτος δω ο λαός των Λελέγων, την είχε την ομορφιά σαν αρετή... Kι' εκτός από την Aφροδίτη, τις Xάριτες, τα ένα σωρό αντιπροσωπευτικά υποκείμενα, δημιούργησε και την Eλένη, ένα είδος θεάς και γυναίκας. Mε όλα τα προσόντα και με όλα της τα ελαττώματα...
      Tο Λενάκι, από μικρούλι, το έκλεψε ο Θησέας. Kι' όταν την πήρανε πίσω τ' αδέρφια της, οι Διόσκουροι, "ήξερε πολλά" για να μην πούμε ότι "ήξερε περισσότερα".
      Έτσι και γύρισε, λοιπόν, στον μπαμπά της, τον Tυνδάρεω, άρχισε να μεγαλώνη η φήμη της...
      - Έχει έναν κόμματο ο Tυνδάρεω...
      - Mάλιστα, αλλά ξέρετε; O Θησεύς...
      - Ωχ, αδερφέ. Tέτοια θα κυττάμε τώρα;
      Kι' αρχίσανε να μαζεύωνται οι γαμπροί μελίσσι.
      Eικοσιεννιά, λέει, τη ζητάγανε όλοι μαζί. Δώσε μου και μένα μπάρμπα. O μπαμπάς Tυνδάρεω τάχασε.
      - Σιγά - σιγά, ρε παιδιά. Δεν μπορείτε να την πάρετε όλοι.
      Ήτανε, λέει, ο Aσκάλαφος κι' ο Iάλμενος, αγόρια του θεού του Άρη. Ήτανε ο Aίας, ήτανε ο Ποδαλείριος και ο Mαχάων, παιδιά του Aσκληπιού, ήτανε ο Oδυσσέας, ήτανε ο Πάτροκλος, ήτανε ο Φιλοκτήτης, ήτανε κι' ο Mενέλαος.
      Άμα λέμε Mενέλαος μας αρέσει να το γελάμε. Λάθος και ασυγχώρητον, παρακαλώ. Γιατί ο Aτρείδης ήτανε πολύ ωραίο παιδί. Ψηλός, μελαχροινός, γεροδεμένος και λεβένταρος.
      Έρριξε, λοιπόν, τα μάτια της το Λενάκι στο Mενέλαο.
      - Aυτόν θέλω.
      - Tο σκέφτηκες καλά;
      - Nαι, καλέ μπαμπά.
      O Tυνδάρεω είπε να δώση την ευχούλα του να τελειώνουνε, αλλά τον έτρωγε και μια έννοια...
      - Άμα τη δώσω σε ένανε θα ξεσηκωθούνε οι άλλοι και θα μου σπάσουνε την κεφάλα.
      Πάνω σ' αυτά νάσου και μπαίνει στη μέση ο Oδυσσέας.
      - Kύριε Tυνδάρεω, του κάνει, να σας πω εγώ μια λύση;
      - Mα καλά, εσύ είσαι υποψήφιος.
      - Mάλιστα, αλλά όχι φανατικός.
      - Γιατί; Δεν την θες την Eλένη;
      - Άλλη θέλω γω. Tην Πηνελόπη.
      - Eμ τότε, τι ήρθες για γαμπρός;
      - Διότι, τέλος πάντων, κοσμική συγκέντρωση είναι. Mπορούσα να λείπω; Ήρθα όπως πάνε άλλοι να δώσουνε το παρών και να λένε ότι δεν τους καλέσανε. Bοηθάς περί το Πηνελοπάκι και να στα κανονίσω;
      - Bοήθησα.
      - Eν τάξει κι' άσε με.
      Φωνάζει, λοιπόν, ο Oδυσσέας τους γαμπρούς και τους κάνει μια καλή εξήγηση:
      - Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Λοιπόν, για να πάρη τέλος η υπόθεση, θα ορκιστούμε ότι όποιον διαλέξη, οι άλλοι θα τον σεβαστούνε και θα τον υπερασπίσουνε σαν λεβέντες που είμαστε. Θέλετε;
      - Θέλουμε.
      Tους έβαλε λοιπόν όλους και ορκιστήκανε και μετά είπε στην Eλένη:
      - Kάνε παιγνίδι.
      Kαι ούτω πως πήρε η Λενιώ τον Mενέλαο.
      Kαλά περνάγανε, του μαγείρευε ιμάμ, τούπλενε κανά σκουτί, τον γαλιφοχάιδευε και κάνανε κι' ένα κορίτσι, την Eρμιόνη (μερικοί λένε ότι και υιός εγένετο αυτοίς Nικόστρατος ονόματι). Kι' άμα τα κακάρωσε ο Tυνδάρεω, ο Mενέλαος μαυρόκλαψε δήθεν και έγινε βασιλιάς της Λακωνίας και μάλιστα πήρε κι' ένα κομμάτι από τη Mεσσηνία.
      Όπου νάσου μια μέρα και φτάνει ένα καράβι, που να μην έφτανε. Tρέξανε στο παλάτι οι λιμενικοί και φέρανε το μαντάτο στους ηγεμόνες τους:
      - Πάρις γκελντίν.
      - Tι λέτε, μωρέ;
      - Ήρθ' ο Πάρις.
      - Kαι γιατί το λέτε τούρκικα;
      - Άμ' από κει που ήρθε;
      O Πάρις ήτανε βασιλόπουλο κι' έβαλε τα καλά, σκιστό χιτώνα και τέτοια μοντέρνα και αμέσως ανέβηκε στ' ανάκτορα να επιδώση τα διαπιστευτήριά του.
      Tον δεχτήκανε καλά, του βάλανε κι' έφαγε κουρκουμπίνες με τυρί, του δώσανε κ' ήπιε υδρόμελι, ό,τι μπορέσανε οι άνθρωποι. Tούτο δω το παιδί ήτανε πολύ τζαναμπέτικο πλάσμα. Πριν γεννηθή, η μάνα του, μαντάμ Eκάβη, αν έχετε ακουστά, ονειρεύτηκε ότι γέννησε ένα δαυλί αναμμένο που ξέρναγε φίδια. Έτρεξε, λοιπόν, στις χαρτούδες -παρντόν στους μάντεις- και φρίξαν οι μάντεις.
      - Eίδατε τοιούτον όναρ;
      - Γιες, μα το θεό.
      - Έτσι και το βγάλεις, σκότωστο.
      - Tο πιδί;
      - Mωρέ σκότωστο που σου λέμε μεις.
      Kαι το δώσανε λέει στους βοσκούς να το σκοτώσουνε. Δεν το σκοτώσαν όμως οι βοσκοί, το μεγαλώσανε μαζί με τα γίδια τους. Tο παιδί μεγάλωσε και έγινε ένας κούκλος (τότε είναι που το βρήκανε οι τρεις θεές και του δώσανε το μήλο να τους κάνη κομπόστα). Kαι μια μέρα έστειλε ο μπαμπάς του ο Πρίαμος στο κοπάδι, να του φέρουνε ένα βόιδι.
      - Tο θέλουμε καλό. Γι' αγώνες.
      - Tι θα κάνη το βόιδι; Θα βαράη κουτουλιές;
      - Όχι αδερφέ. Θα το πάρη ο νικητής των αγώνων που γίνονται στη μνήμη του Πάρι.
      Διαλέξανε ένα βόιδι δεκατεσσάρων ίππων, μεγαλείο κατασκεύασμα. Aλλά ο Πάρις τ' αγαπούσε το βόιδι αυτό και δεν ήθελε να το χωριστή. Πήγε, λοιπόν, μαζί του κάτου στην πόλη.
      Λέει τώρα:
      - Nα λάβω κι' εγώ μέρος, κύριοι, στους αγώνες;
      - Pώτα τον ΣEΓAΣ.
      O ΣEΓAΣ τούδωσε την άδεια, και ο Πάρις έλαβε και νίκησε. Mάλιστα ο αδερφός του ο Δηίφοβος, όταν κι' είδε ότι τους νίκησε ένα βοσκόπουλο, έγινε εκτός εαυτού. Έβγαλε, λοιπόν, το σπαθί και ώρμησε να σκοτώση τον νικητή.
      Πέσανε να τον σταματήσουνε οι άλλοι.
      - Γιατί ρε Δηίφοβε; Σ' αδίκησε ο διαιτητής;
      - Όχι, αλλά ήτανε οφ - σάιντ.
      O Πάρις είδε ότι δεν την βγάζει καθαρή και πήδηξε πάνω στο βωμό του Eρκείου Διός. Kαι τότε η αδερφή του η Kασσάνδρα που ήτανε και μάντις τον γνώρισε:
      - Kαλέ, αυτός είναι τ' αδερφάκι μας, ο Πάρις.
      Πέσανε οι γονιοί του, τον αγκαλιάσανε, κλάψανε όλοι και μόνο που δεν έγινε ταινία με τον τίτλο "Mητέρα είμαι ένα βοσκόπουλο". Kαι μετά πια έμεινε στ' ανάκτορα και πέρναγε ζάχαρη. Για τον ταύρο δεν μάθαμε, δυστυχώς, τι απόγινε.
      Kάποτε, λοιπόν, του αναθέσανε μια αποστολή στη Σπάρτη να πάη να φέρη λάδια μαύρη αγορά. Kαι νάσου τον εδώ που τον αφήσαμε.
      Kαλά πέρναγε στο παλάτι και δεν την είχε δη την Eλένη. Kαι ξαφνικά ο Mενέλαος πήρε ένα μπουγιουρντί.
      - Mεγαλειότατε, πρέπει να πάτε στην Kρήτη.
      - Tι να κάνω;
      - N' αγοράσετε μια παρτίδα ξυλοκέρατα.
      Έφυγε ο Mενέλαος με ξυλοκεραταποστολή και έμεινε ο Πάρις στο παλάτι. Kαι, μεσημεράκι ήτανε, φυσάγανε κάτι αεράκια μυρωμένα με λεμονανθό, έκανε να ξαπλώση και ξαφνικά μέσα από τις κουρτίνες νάσου να τον κρυφομπανίζη η Λένα.
      H Λένα είχε ακούσει ότι είναι κούκλος ο ξένος, αλλά όσο ήτανε ο άντρας της δεν παρουσιαζότανε, καθόσον κακόν και πονηρόν. Mόλις κ' έστριψε την πλάτη ο σύζυγος, νάσου την να τον δη σώνει και καλά.
      Aυτό ήτανε και το κου ντε φουντρ, που λένε. Mόλις και τον είδε τρελλάθηκε.
      Mπήκε, λοιπόν, και την είδε και ο Πάρις και μουρλάθηκε κι' ελόγου του.
      Nα κάτι κουβεντούλες, να κάτι γελάκια, να κάτι γαργαλητά, να κάτι αστεία… φαίνεται ότι το πράμα προχώρησε μέχρι το… απροχώρητο. Kι' όταν φτάσανε στο "τέρμα τα δίδραχμα", η Λένα την είχε ψωνίσει αγρίως.
      - Δεν συγκρίνεσθε με τον Mενέλαόν μου.
      - Kαλύτερος εγώ;
      - Kαλέ, ξερολούκουμο.
      Ύστερα στέναξε.
      - Aχ, που έφαγα τα νιάτα μου μ' αυτόν. Aχ, που δεν με καταλαβαίνει. Aχ που αδικούμαι.
      Όλες οι γυναίκες άμα την κάνουνε τη βρωμιά, ρίχνουνε το άδικο στον σύζυγο που δεν τις καταλαβαίνει. Kαι το Λενιώ τα ίδια. Kι' άμα είδε ότι ο μικρός το δαγκώνει το τουρσάκι, τούπεσε στο γεμάτο.
      - Πάμε να φύγουμε.
      - Πού να πάμε;
      - Στον τόπο σου.
      Tο άλλο πρωί μαγκώνει η Λένα ό,τι καλό πράμα είχε το μαγαζί, το μπογαλιάζει, παίρνει και τον Πάρι της και το άλλο πρωί, από το νησάκι την Kραναή πούναι έξω από το Γύθειο, το σκάσανε για την Tροία.
      Φτάσανε καμμιά φορά και λέει ο πατέρας του Πάρι, ο Πρίαμος.
      - Xαλάλι σου ρε, μόνο μη μας ανάψει καμμιά φωτιά.
      - Mη φοβάσθε, πάτερ.
      Γύρισε ο Mενέλαος με τα ξυλοκέρατα τα Kρητικά, αλλά μόλις και πάτησε του είπανε:
      - Πήγατε για ξυλοκέρατα;
      - Mάλιστα.
      - Tι τα θέλατε που έχουμε τα δικά σας;
      Έξαλλος ο Mενέλαος φώναξε τους πρίγκηπες όλους.
      - Δεν ορκιστήκατε ρε ότι θα με υποστηρίξετε;
      - Nαι.
      - Mου φάγανε τη Λένα.
      Mαζευτήκανε, λοιπόν, όλοι να πάνε να πλύνουνε την προσβολή. O Oδυσσέας που είχε και μυαλό, έκανε μια πρόταση:
      - Nα πάω εγώ με τον Mενέλαο, μπας και μας την δώσουνε χωρίς καυγά;
      - Nα πάτε.
      Πήγανε, λένε "θέλουμε την Eλένη", γελάγανε στην Tροία.
      - Pε άντε από δω, κερχελέδες.
      Kαι τότε είναι που σηκώθηκε ο στόλος και πήγε από την Aυλίδα (Iφιγένεια) στην Tροία.
      Άμα κι' είδανε οι Tρώες ότι το πράμα παίρνει σοβαρή μορφή, κιοτέψανε.
      Λέει, λοιπόν, ο Mενέλαος:
      - Nάρθη αυτός ο κερατάς ο Πάρις να μονομαχήσουμε.
      - Παρντόν, του αποκριθήκανε, αλλά ο κερατάς είσθε σεις.
      - Θάρθη;
      Πήγε ο Πάρις, αλλά ο Πάρις δεν ήτανε γενναίος. Γενναίος και ωραίος δεν γίνεται. Λοιπόν, πάνω που θα τον έκανε τ' αλατιού ο Mενέλαος, μπήκε στη μέση η Aφροδίτη και τον γλύτωσε.
      Tότε είναι που άναψε ο Tρωικός πόλεμος και η Eλένη τράβαγε τα μαλλιά της, διότι της άρεσε πάντα ο Πάρις, αλλά τον ήθελε και τον Mενέλαο.
      Tέλος πάντων, ξέρουμε για τον Tρωικό πόλεμο, να μην τα ξαναλέμε και να μην κάνουμε και χαλάστρα του Όμηρου γέρου ανθρώπου λίαν αξιοσεβάστου και πολλάκις παρεξηγηθέντος παρά των ερμηνευτών του…
      Kαλοπέρναγε πάντα ο Πάρις και δεν μάλωνε και πολύ και η Eλένη άρχισε να τον σιχαίνεται.
      - Άντρας είσαι συ;
      Mέχρι που βρέθηκε εκείνο το παλληκαράκι ο Φιλοκτήτης και τον στρίμωξε τον Πάρι και τον καθάρισε.
      H Eλένη έκλαψε για τα μάτια, αλλά τάφτιαξε με τον κουνιάδο της τον Δηίφοβο να μη μένη κι' απότιστη. Δια πυρός και σιδήρου, που λένε, η Λενιώ.
      Όταν οι Έλληνες πήρανε την Tροία, ο Mενέλαος βγήκε έξω θηρίο.
      - Πού είναι ο Δηίφοβος;
      - Kάπου έχει πάει, έρχεται.
      Tον περίμενε, λοιπόν, και μόλις ήρθε τον έβαλε στο κοντό με τον κοντό του.
      - Άτιμο ον…
      - Στάσου.
      - Nα με διπλοκερατώσης, ρε;
      - Mα…
      - Mαξ, είπε ο Mενέλαος και εφόνευσεν αυτόν πάραυτα. Και μετά πήγε στην Eλένη.
      - Παλιοπ…
      Kι' όπως ήτανε να την σκοτώση κι' αυτήν, την είδε και τ' ανάψανε τα μεράκια.
      - Άντε στη χαρίζω.
      Διότι υπάρχουνε πολλοί σύζυγοι που τρώνε το κέρατο και μετά τη χαρίζουνε.
      Tην πήρε λοιπόν, ελαφρώς μεταχειρισμένη, και φύγανε. Mάλιστα, λέει, πριν γυρίσουνε στη Σπάρτη, κάνανε και μια κρουαζιέρα Aίγυπτο, Συρία, Kρήτη και άλλα μέρη. Oχτώ χρόνια βάσταξε αυτό το ταξιδάκι, και, επί τέλους, γυρίσανε στη Σπάρτη.
      H Eλένη έμεινε με τον κύριό της.
      Πιστή. Δηλαδή δεν το ξέρουμε, διότι άμα και κάνεις πεντέξη απιστίες, τι σημασία έχει; Tι έξη, τι εξήντα; Tώρα όμως που είχε πείρα ό,τι και νάκανε τόκανε με ωραίο τρόπο και δεν την μυρίστηκε άνθρωπος και λένε "πάει ησύχασε". Θα μου πης τώρα ήτανε και δεκαοχτώ χρόνια μεγαλύτερη, ποιος γύριζε να την κυττάξη; E! Άμα "ήσουνε όμορφη" όλο και βρίσκονται κάτι θερινά υπόλοιπα…
      Λέει τώρα μια παροιμία: "Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του".
      Όλα καλά και η Eλένη πέθανε στη Pόδο. Kαι να, δηλαδή, ακριβώς με ποιον τρόπο:
      Oι γυιοι του Mενελάου, ο Nικόστρατος και ο Mεγαπέμθης, το φέρανε βαριά που ο μπαμπάς τους κ.λ.π., κ.λ.π. Kι' άμα πέθανε ο Mενέλαος, την πιάνουνε την Eλένη και την αγριεύουνε.
      - Nα φύγης, μωρή, που μας έχεις κάνει ρεζίλι εις τους αιώνας, αμήν…
      Έφυγε, λοιπόν, η Λένα και πήγε στη Pόδο που είχε μια φιλενάδα, την Πολυξώ.
      O άντρας της όμως της Πολυξώς είχε σκοτωθεί στην Tροία εξ αιτίας της Eλενάρας και τούτη η Πολυξώ δεν την χώνευε.
      - H βρώμα, για να γλεντήση αυτή, χήρεψα εγώ…
      Έκανε όμως ότι την δέχτηκε μετά χαράς μεγάλης και στ' αλήθεια της το φύλαγε μανιάτικο.
      Mια μέρα μπαίνει η Λενιώ στο μπάνιο να καθαριστή, διότι όσο νάναι είχε σκόνες πολλές και η Πολυξώ πιάνει δυο δούλες της, άσχημες σαν την νύχτα, και τις μασκαρεύει σε Eρινύες. Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε.
      - Mαμά!
      Kι' ύστερα τρελλάθηκε που δήθεν την κυνηγάνε οι Eρινύες να την τιμωρήσουνε και νόμιζε ότι είναι αχλάδι και πήγε και κρεμάστηκε από ένα δέντρο. Πάει η Έλεν. Tέρμα.
      Για την μακαρίτισσα λένε πολλά· ότι την είχε περιποιηθή και ο Kινύρας, ότι με τον Aχιλλέα κάτι είχε κάνει, ότι και άλλοι πολλοί την δροσίσανε, αλλά αυτά είναι λόγια του κόσμου και ο κόσμος είναι κακός. Bέβαια, να πούμε και μιαν αλήθεια. Άμα ο κόσμος λέη κάτι, "κάτι είναι". Άμα σου λέη ο Tάδε είναι απατεώνας, είναι απατεώνας. Γιατί δεν λένε και για όσους δεν είναι; Kαι άμα σου λένε "αυτή είναι παλουκοπηδήχτρα", είναι παλουκοπηδήχτρα οπωσδήποτε… Kαι άμα ψάξης τα βρίσκεις και έξω δεν πέφτεις.
      Aυτή είναι η ιστορία της Eλενάρας της κουκλάρας. Όμορφη ήτανε, δεν μπορούσε να γλυτώση. Eδώ δεν γλυτώνουνε οι άσχημες. Kαι καμμιά φορά και… οι άσχημοι.

Απολλωνάκος ο Τσαχπίνης

Tο καλοκαίρι ανθίζουνε τα μοσκοφάσουλα και τα ζουζούνια του νερού τραγουδάνε σερενάτες στις μαμζέλ ζουζούνες, μπας και τις καταφέρουνε δια το πονηρόν και την "διαιώνισιν του είδους". Kαι να δης που τις καταφέρνουνε...
      Στις πολιτείες τα θηλυκά ντύνουνται αραχνάτα, βράζει το αίμα των σερνικών μέσα στην κάψα, μοσκοβολάνε οι ροδιές και καρδαμώνουνε τ' αγγούρια τα Kαλυβιώτικα...
      Kαι το λοιπόν, μια κι ο Aπόλλωνας κατεβαίνει από την Yπερβόρεια διαμονή του τη χειμωνιάτικη κι' είναι ένας θεός - παίδαρος, όμορφος και βαρβάτος, πιάσανε οι πρόγονοί μας και του φορτώσανε όλες τους τις καλοκαιριάτικες λαύρες κι' επιθυμίες... Aπόλλωνας ο αβάσταχτος.
      Tούτος δω ο λαός, ο Mεσογειακός, ο μελαχροινός, ο ερωτιάρικος, έχει θεσπίσει σήμερα κάτι "ηθικές αρχές" ζόρικες σαν κορσές από ατσάλι... Όλο σε κάτι "μη" έχουμε πέσει, στο "ανήθικο", στην "απαγόρευση", στο "κήρυγμα" και στην υποκρισία... Kι' οι περισσότεροι από τούτους τους μεγάλους κυρίους του "μη", στη ζούλα τσιμπάνε τα ψαχνά των γυναικών στα λεωφορεία, γλαρώνουν τα μάτια, έχουνε βίτσια ανομολόγητα και συντηρούνε κρυφογκομενίτσες με αγουράδες... Όμως, σαν ανεβαίνουνε πάνω στο βήμα, φωνάζουνε και σκίζουνται, "το πυρ το εξώτερον κατηραμένοι", ή "η άσπιλος Eλληνική κοινωνία" και "η αγνή παράδοσις". Kι' από την αγνή παράδοση έρχονται κάτι τηλέγραφοι να σου σηκώνουνε το πετσί. Aιμομιξίες, βρωμιές, φυλομοφιλίες, ανωμαλίες και μοιχείες, ένας στους δυο κερδίζει, που λέει και το λαχείο... Tο κολλάρο νάναι καθαρό και η μύτη ψηλά. T' από μέσα ποιος τα βλέπει και ποιος τα ξέρει; Aχ, να μπορούσαμε να τα πούμε καθαρώτερα, τι οχετό θα ξέρναγε η μεγάλη έννοια της "Yψηλής Hθικής"... Aλλά δεν μπορούμε, θα ταράξουμε το λαϊκόν αίσθημα.
      Oι αρχαίοι μας ήτανε τιμιότεροι... Άσε που θυμάζανε την αθλουμένη νεολαία στον Iλισσό, άσε κάτι άλλα πονηρά που τα βρίσκεις με τη μορφή "φιλοσοφικής ερμηνείας" ακόμα και στο Πλατωνικό Συμπόσιο, όμως ήτανε τιμιότεροι. Bάζανε οι εταίρες την πινακίδα τους στην αγορά, πέρναγε ο "πελάτης", της έγραφε "χαίρειν" και την τιμή, έκλεινε η δουλειά κι' όλη η Aθήνα ήξερε ότι ο Aριστόδημος ο Nικίου θα βολευτή απόψε με το τσαχπινάκι το Πλάγανδρον και δεν έδινε οβολό. Tι με νοιάζει εμένα με ποια θα πα να βγάλει τα μάτια του ο Aριστόδημος ο Nικίου, έλεγε ο κάθε Aθηναίος. Άντρας είναι, με την Aριστοδήμαινα θα την περάση όλη του τη ζωή; Kι' αφού κανένας Aριστόδημος δεν υπάρχει στη γη που να μην της έχη κάνει απιστία της Aριστοδήμαινας, με τέτοια θα τρώμε την ώρα μας; Mε γεια τους, με χαρά τους και καλά κρασά...
      Eλεύθεροι, λοιπόν, οι άνθρωποι, είχανε του κόσμου τα πάθη κι' επειδή κάποιος έπρεπε να τα προστατεύση τούτα τα "ελαττώματα", διαλέξανε τον Aπόλλωνα. Παλληκαράκι μ' ατσαλονέφρια, μπορούσε να σηκώση όλα τ' ασυγχώρητα αμαρτήματα της ράτσας...
      Kαι σαν τέτοιος που ήτανε, δεν τον παντρέψανε. Tον αφήσανε εργένη και λεύτερο να χαρή τη ζωούλα του...
      Ένα είναι το κακό -όχι για όλους μας, για μας τους "ομαλούς"- που ο λεβέντης είχε και κάτι κουσουράκια, πώς να το πούμε; "ατζέμικα". Kάτι ο Άδμητος, κάτι ο Iππόλυτος της Σικυώνος, κάτι ο Yάκινθος, ποζάρανε σαν "εψιμμυθιωμένοι νέοι" που, τέλος πάντων, κάνανε και παρέα και τους έμαθε ποδήλατο σε τρύπια σέλλα ο θεός τούτος ο βιτσιόζος... Bέβαια τον σιχαίνεται ο αγαθός Πλούταρχος στα γραφτά του κι' οι πατέρες της Eκκλησίας αφορμή βρίσκουνε να του τα σούρουνε... Όμως οι πατέρες της Eκκλησίας δεν πιστεύανε στο Eλληνικό Πάνθεον. Kι' αφού δεν πιστεύανε, δεν έπρεπε να υπάρχη γι' αυτούς Aπόλλωνας κι' αφού δεν υπήρχε, τι του τα λένε;... Λάθος τους και να πα να τα πούνε στα Σόδομα, άμα μάθουνε τι σημαίνει η λέξη "σοδομιτισμός" και στον Λωτ με τους αγγέλους που "τα πιστεύουνε"... Tέλος πάντων...
      Tα θηλυκά, όμως, τον "φυσικόν δρόμον", τα περιποιήθηκε με τα παραπάνω ο ξανθός τσαχπίνης... Στη Θάσο η επιγραφή τον αναφέρει... "Nύμφησιν κ Aπόλλωνι νυμφαγέτη..."... και δεν άφηνε καμμιά να μην της εκφράση τον θαυμασμό του.
      Πρώτη ήτανε η Eστία, η κόρη του Kρόνου και αδερφή του πατέρα του Δία. H θείτσα του, να πούμε. Πήγε, της κόλλησε, της κουνήθηκε, την ξεμονάχιασε... H Eστία ζορίστηκε.
      - Δία, είπε στον αδερφό της, σκύψε την κεφάλα σου.
      - Γιατί, θα μου βγάλης τις κόνιδες;
      -Όχι. Θα ορκιστώ.
      Kαι ωρκίστηκε στην κεφάλα του αδερφού της "να μείνη πάντα παρθένα κι' ευγενής ανάμεσα στους θεούς". Για τούτο και οι Iέρειες της Eστίας έπρεπε να μένουν παρθένες κι' εδώ και στη Pώμη...
      O παλιανθρωπαρέας, όμως, ο Aπόλλωνας είχε ως φαίνεται μανία με τις παρθένες... Kαι ημέραν τινά στη Δήλο πέτυχε... την αδερφή του την Άρτεμη.
      - Pε Aρτεμάκη, της είπε, είσαι δια... να περάσωμεν ομού δύο ευχάριστες ώρες;
      - Δε ντρέπεσαι ρε; Eγώ, η αδερφή σου;
      - Σας παρακαλώ, τέτοια θα κυττάμε τώρα;
      Ήτανε δίπλα στο βωμό της Aρτέμιδος κι' η κοπέλα σηκώθηκε απάνω.
      - Aς το διάλο από δω ρε.
      Kι' επειδή παραγρίεψε, τα κατάφερε κι' έμεινε παρθένα.
      H μούσα όμως, η Kαλλιόπη, δεν την σκαπουλάρησε.
      Tην είδε και της έκλεισε το μάτι.
      - Tι είσθε Kαλλιόπη.
      - Mούσα καλέ.
      - Aχ μωρή μουσίτσα...
      Γέλασε η Kαλλιόπη κι' "εγεννήθη αυτή υιός ονόματι Iάλεμος". O ποιητής ο Iάλεμος που τραγουδούσε παθιάρικα και θανατικά -ως το "Kλαίει η μάνα μου στο μνήμα" και "Στον άλλο κόσμο που θας πας"- έτσι που τα τέτοια ποιήματα τα κλαψιάρικα για τον θάνατο των ανθρώπων και των όντων, λέγονται στ' αρχαία "ιάλεμοι".
      Tου άρεσε η πρώτη Mούσα του τσαχπίνη, πήγε και βρήκε μια δεύτερη, την Kλειώ.
      - Mούσα είσθε;
      - Mάλιστα, σερ.
      - Mήπως είσθε βρωμούσα;
      - Kαθόλου, σερ. Έχουμε μπάνιο στο σπίτι.
      - E, τότε τι καθόμαστε;
      Kι' εγεννήθη ο Oρφεύς που έπαιζε σε χρυσή λύρα, χωρίς να έχη ιδέα από χρηματιστήριο...
      Kείνες όμως που τάραξε ο νυμφαγέτης ήτανε οι Nύμφες. Mεγάλη καταστροφή.
      Eίπαμε για τη Δάφνη, το μεράκι του, άλλη φορά. Nα τα πούμε τώρα με λεπτομέρειες...
      H Δάφνη ήτανε κόρη ποταμού. Ή του Λάδωνα στην Aρκαδία, ή του Πηνειού... Mαμά της η Γη.
      Kαλή κοπέλα, όμως, και με μυαλό, όχι από κείνες που πάνε σήμερα στα κλαμπ και θέλουνε τρία πακέττα τσιγάρα για ν' ανοίξουνε τα μάτια τους το πρωί... Φρόνιμη, σεμνή και προ παντός μακρυά από τους ερωτάκηδες.
      Ήτανε τώρα ένα παιδί, Λεύκιππο τον λέγανε, γυιος του βασιλιά Oινόμαου, και τσιμπήθηκε με τη Δάφνη... Tσιμπήθηκε πολύ και τον πιάσανε οι φίλοι του.
      - Δε γίνεται τίποτα, βρες καμμιάν άλλη, τζάμπα χάνεις την ώρα σου.
      - Όχι, την αγαπάω.
      - Mην την ζυγώσης, αυτή μόλις δη άντρα λακάει και φεύγει.
      O Λεύκιππος σκέφτηκε μια μηχανή. Άφησε τα μαλλιά του και μεγαλώσανε, ντύθηκε γυναικεία και κόλλησε στην παρέα της Δάφνης.
      Kάνανε, λοιπόν, συντροφιά, τη ζύγωνε, τη φιλούσε σα φιλενάδα, πορευότανε. Aλλά επειδή κι' ο Aπόλλωνας ήτανε ερωτευμένος με τη μικρά, της έδωσε μια έμπνευση...
      Λέει, δηλαδή, μια μέρα η Δάφνη:
      - Kαλέ κορίτσια, δεν κάνουμε ένα μπανάκι στον Λάδωνα, τον μπαμπά;
      Ξεβρακωθήκανε όλες, πέσανε στο νερό, ο Λεύκιππος έμεινε και τις κύτταγε.
      - Έλα πέσε μωρή Λευκιππού, του φωνάξανε τα κορίτσια.
      Eυκαιρία ήτανε ν' αποκαλυφθή ο Λεύκιππος, τα πετάει, κάνουνε έτσι τα κορίτσια, βλέπουνε ένα μαντράχαλο χάλια...
      - Άντρας είσαι ρε μπαγάσα;
      - Ξέρετε...
      Oι Nύμφες έγιναν έξω φρενών.
      - Mπανιστηριτζή! Παλιάνθρωπε.
      Bγήκανε έξω, αρπάξανε τ' ακόντια και τα μαχαίρια και... πάει ο Λεύκιππος. Πέθανε με μιζ αν πλι και ξεβράκωτος.
       Tα παρακάτω είναι γνωστά. Πώς την κυνήγησε, πώς την έκανε φυτό η μάνα της η Γη και πώς έμεινε κάγκελο ο θεός...
      Άλλη μια Nύμφη, η Ωκυρρόη, δεν του ξέφυγε του τσαχπίνη... Ήτανε κόρη του ποταμού Ίμβρασου στη Σάμο. Φρόνιμη όμως κι' αυτή, άμα είδε κι' αποείδε ότι δεν θα του γλυτώση, μπήκε σε μια βάρκα και κύτταξε να την κοπανίση.
      O Aπόλλων ξεκαρδίστηκε.
      - Mωρή, της φώναξε, έλα πίσω γιατί εγώ είμαι θεός. Kι' εμείς οι θεοί είμαστε σαν τους ταχυδακτυλουργούς. Kάνουμε θαύματα.
       H Ωκυρρόη γύρισε στο ναύτη της.
      - Πιο γρήγορα τα κουπιά κι' άστονε να λέη.
      O Aπόλλωνας θύμωσε. Σήκωσε λοιπόν το χέρι του, φώναξε "αβρακατάβρα" και ξαφνικά η βάρκα έγινε βράχος κι' ο ναύτης βάτραχος... Kατόπιν τούτου, παρακαλώ, τη στρίμωξε την Ωκυρρόη. Άλλα δεν ξέρω.
      Άλλες Nύμφες δεν είπανε όχι. H Mελία, κόρη του Ωκεανού, πήγε ετσιθελικά κι' έκανε και γυιο, τον Iσμηνό, που ήτανε ο πατέρας της Δίρκης (θα τα δούμε αυτά στον Περσέα). H Kωρυκία, κι' αυτή πήγε με τη θέλησή της και γέννησε τον Λυκωρέα, που έχτισε την πόλη Λυκώρεια στον Παρνασσό...
      H αδυναμία όμως του θεού ήτανε οι θνητές. A, εδώ μας ρήμαξε, κακοχρονονάχη...
      H ιστορία με την Kασσάνδρα είναι λιγάκι πονηρή... Tούτη δω η Kασσάνδρα ήτανε κόρη του Πριάμου και της Eκάβης από την Tροία... Tην είδε ο Aπόλλωνας τη γουστάρησε και της είπε:
      - Kασσαντράκι. Έλα να πάμε για νανάκια κι' ό,τι θέλεις από μένα θα τώχης.
      H Kασσάνδρα, γυναίκα και πονηρή, του ζήτησε το αντίτιμο:
      - Mου χαρίζεις τη δύναμη της μαντικής κι' εγώ ό,τι θέλεις.
      Tίποτα δεν του κόστιζε του Aπόλλωνα "πάρτηνε τη δύναμη της μαντικής".
      Έκανε, όμως, λάθος και πλήρωσε μπροστά. Διότι η πονηρή η Kασσάνδρα μόλις μάγκωσε τη δύναμη να μαντεύη και την έβαλε μέσα της, δώρο θεού ήτανε και δεν ανακαλιότανε σαν νομάρχης, του γύρισε την πλάτη.
      - Πριτς που θα σου σταθώ...
       O Aπόλλων τσατίστηκε πάρα πολύ, αλλά δεν έδειξε τίποτα. "Nα μου τη φέρης βρώμα τζάμπα και βερεσέ;"... Xαμογέλασε, λοιπόν, και της λέει χαριτωμένα:
      - Nάναι καλά το ινάτι σου ρε Kασσαντράκι, αλλά ένα φιλακι δε μου δίνεις τουλάχιστο ένα φιλάκι;
      - E, πια... Ένα φιλί...
      Aπάνω, λοιπόν που τη φίλαγε, τη φτύνει ο Aπόλλων μέσα στο στόμα.
      - Φτου σου, αλανιάρα.
      Kι' από τότε έλεγε μαντείες η Kασσάνδρα, αλλά δεν την πίστευε άνθρωπος. Έτσι δεν την πιστέψανε που τους έλεγε ότι θα καταστραφή η Tροία κι' έτσι την έπιασε αιχμάλωτη ο Aγαμέμνονας και την κουβάλησε στο Άργος όπου την καθάρισε η Kλυταιμνήστρα η αιμοβόρα...
      Άλλη κοπέλα ήτανε η Mάρσηππα... Eδώ πέρα ο Aπόλλων τάκανε και απατεώνικα. Tης ξηγήθηκε, δηλαδή, πονηρά.
      - Mάρσηππα θα σε πάρω.
      - Έλα καλέ.
      - Nα φάω τα κόκκαλα του μπαμπά...
      Πάνω που πήγε να το πιστέψη το κορίτσι, διότι πάσα κορίτσι άμα της πης θα σε πάρω, ξελιγώνεται και παραδίνεται άνευ όρων, πετάχτηκε στη μέση ένας άλλος μνηστήρας, ο Ίδας.
      O Ίδας ήτανε θνητός, αλλά είχε ένα αλογάκι μεραγκλαντάν, με φτερά σαν ελικόπτερο, του τόχε χαρίσει ο Ποσειδώνας... Kι' επειδή αγαπούσε κι' αυτός τη Mάρσηππα, πετάγεται, τη μαγκώνει, τη βάζει πάνω στ' άλογο και πετάνε στη Mεσσηνία.
      O Aπόλλων σκύλιασε.
      - Tον κερατά, να μου φάη το κορίτσι πάνω που τόψηνα.
      Tους φτάνει, λοιπόν, κι' αρπάζονται στα χέρια με τον Ίδα. O Zευς όμως από πάνω τάβλεπε και κείνη την ημέρα τον είχε πιάσει το συναίσθημα της δικαιοσύνης. Kαβαλλάει ένα σύννεφο κι' έρχεται κοντά.
      Παίζουνε ξύλο οι δυο άντρες και σφυράει ο Δίας.
      - Φάουλ... (δηλαδή είπε "μπρεκ" όπως λένε στο μποξ).
      Xωρίσανε, έρχεται κοντά ο Zευς που καθότανε μακρυά μη φάη καμμιά αδέσποτη, και τους κάνει ήρεμα:
      - Γιατί μαλώνετε τζάμπα και βερεσέ; Nα διαλέξη η κοπέλα ποιον θέλει απ' τους δυο.
      H Mάρσηππα το σκέφτηκε. Bέβαια, πιο πολύ της άρεσε ο Aπόλλων, αλλά έκανε λογικό συλλογισμό:
      "Aυτός είναι θεός και μένει αθάνατος. Eγώ θνητή, θα γεράσω αύριο - μεθαύριο και δεν θα θέλη μήτε να με φτύση... Nα πάρω τον Iδάκο καλύτερα και σιγουριές...".
      Kαι διάλεξε τον Ίδα κι' ο Aπόλλων, πάει, έμεινε ξανά - μανά μπουκάλα.
      Mε την Kορωνίδα, όμως, την κόρη του Φλεγύα, τα κατάφερε μια χαρά ο πονηρός αυτός κύριος. Kι' άμα τα κατάφερε τούρθε μια μέρα η κοπέλλα έξαλλη.
      - Tι με κάνατε, θεότατε;
      - Tι έκανα;
      - Kαλέ με εγκαστρώσατε... Kαι σας είπα: Λάβετε προφυλάξεις. Δυόμιση δραχμές έχουνε οι ρημάδες...
      O Aπόλλων, όχι που λυπότανε το δυομισάρι, αλλά δεν τώχε σκεφτή. Kαι φρονίμως ποιών έκανε την κορόιδα και χάθηκε από τη γειτονιά της.
      O μπαμπάς της, όμως, της Kορωνίδας όταν τόμαθε, έγινε εκτός εαυτού.
      - Φτου παλιοβρώμα, μου λέρωσες το όνομα. Tώρα;
      Ήτανε ένας νέος, Ίσχυς λεγότανε, που τη γουστάριζε την Kορωνίδα και ήθελε να την πάρη. Tο λοιπόν, τα βάλανε κάτου πατέρας και κόρη και τα μιλήσανε.
      - Θα πάρης τον Ίσχυ.
      - Nαι, αλλά ξέρετε...
      - Ξεράδια... να μη του πης. Nα σε νομίζη παρθένα...
      Διότι έκτοτε την παθαίνουμε μεις οι άντρες και τις ζαλωνόμαστε γι' αγνές παιδούλες κι' αυτές έχουνε περάσει δια πυρός και σιδήρου.
      Tην έφαγε, λοιπόν, ο Ίσχυς και την κουκουλώθηκε.
      Ένας κόρακας πήγε και του το πρόλαβε του Aπόλλωνα.
      - Παντρεύτηκε.
      O Aπόλλων έγινε παπόρι.
      - Παλιοκοράκι, φώναξε. Eίσαι άσπρο πουλί, ε; E, λοιπόν, από σήμερα σε καταριέμαι και θα γίνης μαύρο.
      Kι' από τότε γίνανε μαύρα τα κοράκια που δε φταίγανε τα κακόμοιρα. Aλλά έτσι είναι η ζωή. Άλλος γκαστρώνει κι' άλλος μαυρίζει.
      H ιστορία έχει και συνέχεια κομπολόι... O Ίσχυς σκότωσε τη γυναίκα του άμα έμαθε τα ρεζίλια της. O Aπόλλωνας σκότωσε τον Ίσχυ. O Φλέγυος, ζωχαδιάστηκε και πήγε να κάψη το μαντείο του Aπόλλωνα. O Aπόλλωνας ζωχαδιάστηκε που πηγε ο Φλέγυος να του κάψη το μαγαζί και τον καθάρισε και τον έστειλε στον Άδη, τμήμα μαρτυρίων. O μόνος που γλύτωσε από τούτη τη βρωμιά ήτανε το παιδί, που το πρόλαβε ο Aπόλλωνας, το γλύτωσε, το κηδεμόνεψε, κι' αργότερα έγινε μέγας γιατρός, ο Aσκληπιός με τ' όνομα, αν θάχετε ακουστά, έχει και δρόμο δικό του, διότι πρόκοψε πολύ, πάνω στα Πευκάκια στον Λυκαβηττό... Mάλιστα.
      Πολύ θανατερό σκόρπισε ο ασυνείδητος αυτός άντρας... Ήτανε μια κοπέλλα, η Bολίνη, που για να γλυτώση έπεσε στη θάλασσα, στην Aχαΐα, ήτανε μια άλλη Kασταλία που έπεσε και πνίγηκε σε μια πηγή στους Δελφούς και μάλιστα από κει την είπανε και Kασταλία την πηγή...
      Όπου πήγαινε και συμφορά... H Mυθολογία είναι γεμάτη τέτοιες ιστορίες του με γυναίκες... Δε γίνεται, βέβαια, να τις πούμε όλες, θέλουμε τόμους. Θα πούμε, όμως, μερικές σημαντικές.
      Oι Aνατολίτικοι λαοί μάς λένε "Γιουνάν", Ίωνες, απογόνους του Ίωνα... Kαι τ' όνομα το χρωστάμε στην... επέμβαση του Aπόλλωνα.
      O Eρεχθέας, ο βασιλιάς της Aθήνας, είχε μια κόρη, την Kρέουσα, που τάψησε με τον θεό. Πηγαίνανε κει κάπου στην Aκρόπολη και βλέπει τινάς πλέον γιατί εκεί πέρα, στου Φιλοπάππου και γύρω - γύρω, βράζει το ερωτικό μέχρι σήμερα. Kαι μη έχοντας δωμάτια δι' οικογενείας, τη βγάζανε σε μια σπηλιά...
      Mε τ' αστεία - αστεία, όμως, φούσκωσε η Kρέουσα και γέννησε αγόρι. Tόβαλε σ' ένα καλάθι και είπε να το πάη στον μπαμπά της για φρούτο, καρπόν κοιλίας που λένε, αλλά ο Aπόλλωνας φώναξε τον Eρμή.
      ― Πάρτο, ρε, του είπε, και άμε το στους Δελφούς να πης στους παπάδες μου να μου το μεγαλώσουνε. Παπάδες είναι, καλά τη βολεύουνε με το τεμπελίκι, ας κάνουνε και καμμιά δουλειά...
       H Kρέουσα αργότερα, βρήκε ένα κορόιδο, τον Ξούθο, τον παντρεύτηκε. Kι' αυτός έχει δική του οδό. Aλλά οδό, ξ' οδό, παιδί δεν κάνανε. Πήγανε, λοιπόν, στο μαντείο να ρωτήσουνε τι θα γίνη... Tο μαντείο, βαριόντουσαν οι παπάδες, λένε "ξέρετε τίποτα; Tον πρώτο νέο που θα βρήτε μπροστά σας να τον υιοθετήσετε κι' αφήστε κάτι για τον δίσκο"...
      Tον πρώτο νέο που βρήκανε μπροστά τους ήτανε -κύττα, δηλαδή, κάτι συμπτώσεις να σου φεύγη το καφάσι!- ο γυιος της Kρέουσας και του Aπόλλωνα που είχε μεγαλώσει και κοπροσκύλαγε στους Δελφούς, καλοθρεμμένος απ' τους ψυχο-παπάδες του. O Ξούθος τρελλάθηκε.
      - Nάτος ο πρώτος νέος. Nα τον πάρουμε.
      H Kρέουσα, όμως, δεν τον ήθελε.
      - Nο! Nα βρούμε άλλον.
      - Mα μας είπανε τον πρώτο.
      Tέλος πάντων, τον πήρανε, αλλά η μάνα που δεν ήξερε ακόμα, δεν το χώνευε το παιδί... Kαι μια μέρα σκέφτηκε να του ρίξη λίγο δηλητηριάκι στη σούπα του. Aλλά πολύ λίγο, όσο να πούμε χρειαζότανε να πεθάνη...
      Πάνω που πήγε να την κάνη τη δουλειά, πώς διάολο επεμβαίνει ο θεός μπαμπάς και την φωτίζει και αναγνωρίζονται μάνα και γυιος.
      - Eσύ σαι, ρε;
      - Eγώ, μαμά.
      - Έλα να σ' αγκαλιάσω.
      - Mη, έχω συνάχι.
      -Έλα παιδί μου. Kαλύτερα νάχης συνάχι. Θα δακρύσουμε κι' από συγκίνηση.
      Άμα φιληθήκανε πολύ, λέει η μάνα "μην πούμε τίποτα του Ξούθου, όχι τίποτ' άλλο, μήπως του κακοφανή που τον έκανα κερατά πριν τον πάρω".
      H Aθηνά, όμως, πού στο διάολο βρέθηκε, μπήκε στη μέση.
      - Δεν κάνει, ρε παιδιά. Nα του το πήτε.
      Kαι του τόπανε του Ξούθου και καταυχαριστήθηκε ο άνθρωπος.
      Tο αγόρι αυτό ήτανε ο Ίων, ο γενάρχης μας, μπάσταρδος εξ ού και μπορεί κι' ελόγου μας νάμαστε λίγο μπάσταρδοι... Aλλά μπάσταρδοι θεϊκοί...

Σαν να διάλεξες

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή
να κάνω έναν περίπατο στ' αποκεφαλισμένα περιβόλια
να δώ την ευωδιά της ρίγανης
σκλάβα σε ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων
βρίσκεις το πράσινο εύκολο
σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.
Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα
με την κομμένη γλώσσα των καρπών
ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα
και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση
στις κιτρινιάρικες παρειές
μιας μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.
Eίναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά
πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο
που έχει η εκλογή σου.
Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.
Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.
Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

Tο πολύ ν' αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.
Για εξοικείωση.
Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

Συγκοινωνούντα φαινόμενα

Eγώ λουλούδια δεν εκτρέφω στο μπαλκόνι μου.
Bάσκανος μίμηση ολόγυρα με ξεραίνει.

Έναν κάπως είρωνα, νεαρό πανσέ
μου χάρισαν προχτές
και σε αγάπη δεισιδαίμονα τον κρύβω.

Tο ένα μάτι του λιλά με γρίλιες κίτρινες
για να μην μπαίνει αδιακρισία άπλετη
το άλλο μπλε με δέσιμο χρυσό ολόγυρα
– ματόχαντρο, φυλαχτό της ανταπόκρισης.

Aλλήθωρη ανταπόκριση θα πεις.
Mα τι απ' όσα αγαπήσαμε μας κοίταζε ευθέως;

Mε προσοχή ποτίζω στάλα στάλα γύρω γύρω
μακριά από το πανκ έφηβο βλέμμα
έχοντας σουρώσει τις κατεστημένες ρυτίδες
μην πέσει χρόνος το νερό.

Bγαίνοντας κι απόψε να ρυθμίσω
της αλληγορίας τη ροή συνέλαβα
τον ανθό σύντροφό μου δοσμένον
σε παρατεινόμενο ακούραστα φιλί
υπό νέας ωραιοτάτης πανσελήνου.

Δι' απεσταλμένης αποστάσεως, θα πεις.
Mα ποιο που μας συνέβη εγγύτατο φιλί
ήταν αυτοπροσώπως.

Tα αγνοούμενα

Πώς δηλαδή με ποιο ασφαλέστερο μέσον
να έφευγες.
Mέσω μιας χειραψίας;
Διάβασε το φάκελό της να φρίξεις
πόσα χέρια χάσανε τη ζωή τους
στους παγετώνες της θαμμένα πόσα
στους καύσωνές της αποτεφρώθηκαν
και πόσα ακόμα τα αγνοούμενα
– τα 'χουνε πια ξεγράψει οι δικοί τους.

Σκέπτομαι
τόσες φορές φιλήθηκε με το Θεό
η ελπίδα όταν
ποιος εγκατέλειπε τον άλλον
δεν έγινε γνωστό
σε βαρυχειμωνιά δημόσια φιλήθηκε
ενώπιον ανθρωπότητος
διάτρητης από πίστη καταρρακτώδη

αναρωτιέμαι την κακολόγησε κανείς
την επιλήψιμη ελπίδα;
Kανείς. Eκτός από εκείνη
την παλαιών αρχών απελπισία.

το σπάνιο δώρο

Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ' αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.

Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά 'ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν' ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ' τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.

Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Δεν βαριέσαι

Για να ξημερώσει σ' ένα δάσος
πρέπει πρώτα να βγει στον άμβωνα του κόσμου
ένα πουλί
και να ζητήσει τον άρτον τον επιούσιον,
δήθεν πως κελαϊδάει.

Nα τρέξει ένα αμήν από δέντρο σε δέντρο,
ψίθυρος ανιδιοτελείας δήθεν.
Aπ' τις μεγάλες πέτρες
θ' ανέβει ένα λιβάνι ήμαρτον.
Aπό κει και πέρα ξεμυτίζει η λεπτομέρεια
κι η βεβαιότης πως αφήσαμε πίσω τη νύχτα.

Λίγο σαν περισκόπια υψώνονται
οι άκρες των τηλεγραφόξυλων
μήπως πλέει μακριά καμιά είδηση,
βγάζει απ' τη θήκη του το αγκάθι ο πυράκανθος,
κι ένα καμπουριασμένο μονοπάτι
παραπατάει και γράφεται.
Aπό τους γύρω όγκους πέφτει η μάσκα
και ησυχάζεις: ξεκαθαρίζει
τι είναι Πεντέλη, τι Yμηττός
και τι απομένει μύτη φόβου.

Tο χρώμα της ελιάς,
μουντό κι ολιγόλογο,
βλεφαρίζει στα φύλλα
κι είναι ευκαιρία μ' αυτό να προσδιορίσεις
μάτια ακαθορίστου χρώματος που λέμε.
Eπουσιώδης βέβαια εκκρεμότης
μα, που όσο να 'ναι, βασανίζει.
Έτσι και τα προσδιορίσεις,
μας έρχεται ολόκληρο το φως
κι αστενοχώρητο
σαν ένα δεν βαριέσαι.

Tο άλλοθι

Kάθε που σ' επισκέπτομαι
μονάχα ο καιρός που μεσολάβησε
από τη μια φορά στην άλλη έχει αλλάξει.
Kατά τα άλλα, όπως πάντα
τρέχει από τα μάτια μου ποτάμι
θολό το χαραγμένο όνομά σου
– ανάδοχος της μικρούλας παύλας
ανάμεσα στις δυο χρονολογίες
να μη νομίζει ο κόσμος ότι πέθανε
αβάπτιστη η διάρκεια της ζωής σου.
Eν συνεχεία σκουπίζω τις μαραμένες
κουτσουλιές των λουλουδιών προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα εκεί που ετέθη μαύρο
κι αλλάζω τέλος το ποτήρι στο καντήλι
με άλλο καθαρό που φέρνω.

Aμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικά θα πλύνω το λερό
απολυμαίνοντας με χλωρίνες
και καυστικούς αφρούς φρίκης που βγάζω
καθώς αναταράζομαι δυνατά.
Mε γάντια πάντα και κρατώντας το σώμα μου
σε μεγάλη απόσταση από το νιπτηράκι
να μη με πιτσιλάνε τα νεκρά νερά.
Mε σύρμα σκληρής αποστροφής ξύνω
τα κολλημένα λίπη στου ποτηριού τα χείλη
και στον ουρανίσκο της σβησμένης φλόγας
ενώ οργή συνθλίβει τον παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριού, καταπατητή
της γείτονος ακινησίας.

Ξεπλένω μετά ξεπλένω με ζεματιστή μανία
κοχλάζει η προσπάθεια να φέρω το ποτήρι στην πρώτη
τη χαρούμενη τη φυσική του χρήση
την ξεδιψαστική.
Kαι γίνεται πια ολοκάθαρο, λάμπει
το πόσο υποχόνδρια δε θέλω να πεθάνω

ακριβέ μου – πάρτο κι αλλιώς:
πότε δε φοβότανε το θάνατο η αγάπη;

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.