Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Διλμπόης Γεώργης (μικρή αναφορά)

Ο Γεώργης Διλμπόης γεννήθηκε στη Χίο στις 10 του Απρίλη 1932. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Δίδαξε Δραματολόγιο στη Δραματική Σχολή Θεοδοσιάδη. Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Διετέλεσε Πρόεδρος του Φιλοτεχνικού Ομίλου Χίου και Αντιπρόεδρος της Περιηγητικής Λέσχης Χίου. Έγραψε ποίηση, διήγημα, θέατρο, ανθολογίες και κείμενα πνευματικής ζωής. Στα ενδιαφέροντά του η ζωγραφική και κυρίως η "σαρδέλα του θεολόγου".


Έργα του:

  • Το Αγιομαρκάκι Ο Παρθένιος της αλήθειας
  • «Ο άνεμος της παλληκαριάς» 

Φυτά και ζώα σώζεις, Κύριε

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Μάνα μου θλιμμένη. ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ... / Ζανιδάκη Άννα


Εχω καμάρι έχω φωτιά
Που ακόμα σιγοκαίει
Μανούλα δε σε ξέχασα
Παρήγορα της λέει.
Είμαι τριγύρω χαρωπός
Μαζί με τα παλικάρια
Αυτά που δώσανε ψυχή
Ορμήσαν σαν λιοντάρια
Καθόλου δεν εδείλιασαν
Στιγμή δε φοβηθήκαν
Παρά σε δύσκολες στιγμές
Αυτές μόνο οπλιστήκαν
Με θάρρος και με δύναμη
Ολόψυχα στο διάβα
Διακαώς επιτυχώς
Άναψε η λάβα
Αυτη που διακατέχεται
Και ζει μες στην ψυχή μας
Αυτή που κι αν αόρατη
Ζει στη θύμηςή μας
Αφοπλιστική θαρρώ
Να ναι και για σένα
Ορμητήριο λαμπερό
Στον πόνο στον καθένα
Μανούλα μου κι αν έφυγα
Εσας θα συλλογιέμαι
Τ αδέρφια τον πατέρα μου
Το λέω και αναρωτιέμαι.
Είσαι καλή μου μάγισσα
Γιατρεύεις τις πληγές τους
Η μοίρα μας σε έχρισε
Φάρο στις πεθυμιές τους
Εχε στο νου σου για τα καλά
Γνώμη να μην αλλάζεις
Είμαι καλά και χαίρομαι
Εςύ να επροστάζεις
Το κάθε τι καλό
Που δείχνει την ψυχή σου
Ξεκάθαρο και αστραφτερό
Στη γνώμη τη δική σου.

[Μαγκια να τσαλακώνεσαι] / Ρεΐζης Περικλής

Μαγκια να τσαλακώνεσαι
Όπου συχνάζουν οι τρελοί
εκεί να πας ,καρδιά μου
την ανθρωπιά, δεν τιμωρούν
χαρά δεν σου χρεώνουν
Πολέμα τους χειμώνες σου
που κουβαλάς στο βλέμμα
ξεσκέπασε το βολικό
που συντηρεί το ψέμα {που ψήλωνε το ψέμα}
Να δίνεις να μοιράζεσαι
μια Άνοιξη όσα (που) έχω
ότι στον κόσμο χάρισα
δικό μου ότι έχω.{αυτό δικό μου έχω}
Μαγκιά να τσαλακώνεσαι
και κάτω να μην πέφτεις {και κάτω λές δεν πέφτω}
να δίνεις στ' όνειρο ζωή {και ψιθυρίζω του καιρού}
να προχωράς, να αντέχεις. {στα δύσκολα αντέχω}

Μετά την καταστροφή / Γιώργος Καραγιάννης


Ο ήλιος δεν κρεμά κουρτίνες υγρασίας στον ορίζοντα
και η ορατότητα πάνω απ’ τη θάλασσα αυξημένη

Αφού έφυγ’ η καταστροφή όλα φαίνοντ’ ολοκάθαρα
όρθια η ζωή ξαναβρίσκει το ρυθμό της και ανασαίνει




NYXTA ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ / Άγις Χαραλαμπίδης


Γύρισες κι είδες
από ψηλά το δράμα
λαμπρό φεγγάρι‧

μέγα της Κύπρου τραύμα
τ’ ακάνθινο ζωνάρι.



[Η Γενοκτονία της Ελλάδας...]Κουφογάζου Φωτεινή

Η Γενοκτονία της Ελλάδας ανέκαθεν, με τις φθαρμένες πολιτικές της, συρρικνώνει τη χώρα και τη μηδενίζει συνεχώς...
τα παιδιά μας,
τα πουλιά μας,
η Χαρά μας
που πετούν στ' ανήλιαγα τοπία του πλανήτη
σε κείνες τις συννεφιασμένες Κυριακές
των τραγουδιών
μετανάστες των ονείρων
και κείνης
της λησμονημένης πατρίδας-ουτοπίας μας
γεννημένα να πληρώνουν
τα λάθη μας
τα πάθη μας
την ολιγωρία μας....
τις πομφόλυγες υποσχέσεις μας...
Φωτεινή .Κ 

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Στον παππού μου / Κωνσταντίνος Ν. Μαντζίκος


Μια υπόθεση τα πάντα στη ζωή!
Ζει ο άνθρωπος μες στη σιωπή,
κοντοστέκεται στο μαύρο αδιέξοδο
χαμένος στην παράξενη άβυσσο των σκέψεων
και ξάφνου βάζει μια φωνή,
υπενθυμίζοντας της ζωής το σκοπό.
Παρασυρμένος από παρελθόντος αναμνήσεων,
έρμαιο των συναισθημάτων
προσπαθεί να λύσει της ζωής το γρίφο
σε μια στιγμή απολογιστική,
βλέποντας τα πάντα σαν μια παθητική ψυχή.

Σαν κάτι τον ωθεί
τα δεσμά του χρόνου να λύσει,
ψυχικά και πνευματικά να ελευθερωθεί.
Περιμένει μιαν αυγουστιάτικη δύση
και πριν πέσουν των δέντρων τα φύλλα
περιμένει δειλά
της ολοκλήρωσης την αίσθηση.

Των πειρασμών τα κύματα /Γιώργος Καραγιάννης



Ερωτοδέσμια η σιωπή σου
μες στα μάτια της ηδονής
να επιβεβαιώνεις το Ωραίο
και να ραγίζεις
απ’ το φλοίσβο των παράκτιων βλεμμάτων
και το τραγούδισμα της αχιβάδας στην αμμουδιά
να μη θες να επιστρέψεις στον εξώκοσμο
.
Να τρέφεσαι με τις κρυμμένες υποσχέσεις
που σου ’ταξαν χαμόγελα ερωτικά
εκεί να παραμένεις αραγμένος
μες στη στερνή αναλαμπή σου
τυλιγμένος
να μην ακούς τίποτα
.
Αρκεί το φως να σε ζαλίζει
ν’ απλώνεις τα χέρια σου μεθυστικά
και σαν ταξιδιάρικα πουλιά
να πετάς για τις αγάπες των ονείρων σου
παρασυρμένος απ’ τους πόθους σου
μέσ’ από θύελλες αναταράξεων
να μην παραδίνεσαι εύκολα
που σε τρυπούν αδίστακτα
με σαϊτιές γλάρων
στην άκρη της δικιάς σου ακτής
κατακαλόκαιρο
των πειρασμών τα κύματα



ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ / Kokaveshi Dhimitër


Ποιος δεν διηγήθηκε
της ομορφιάς
τα ξημερώματα, σύμπαντος
εξιστορώ
υποστηρίζοντας το φως;
Ισότητας
μας σκορπά, μια διήγηση
διαλευκάνω
σε ιεραρχική άρνηση
σβήνουν
τα ίχνη σου, κυκλώνες
τρεμοφέγγουν
ερεθιστικά της εικόνας σου
αδιευκρίνιστα
παρασύρουν σαν αδίκημα!
Επιδιώκεις
συμμαχίες, συνεργάζεσαι
δε συμφωνώ
δεν συμμαχώ, του υπερβολικού
γνώσεις
γνέφει..., το σώμα σου;
Ανυπάκουο
σε λάμψεις, αποτρεπτικές και
οι στιγμές που
εφοδιάζεις με πλησιάζουν
σαν παλιά
πολιτεία του ανέλπιστου!
Μη ξυπνάς.

Η πένα μου κι εγώ / Νικήτας Γεροντούδης



 Ποίημα που γράφτηκε από τον Νικήτα Γεροντούδη 
το έτος 1921 (πριν 95 χρόνια)

Στην τόσην ερημίαν μου,
στην τόσην μοναξιά μου,
εσένα μόνο πένα μου,
έχω παρηγοριά μου.

Συ πάντοτε με αγαπάς,
πάντοτε με θυμάσαι,
χαίρεσαι όταν χαίρομαι,
κι όταν πονώ λυπάσαι.

Σε σε εκμυστηρεύομαι,
τον καρδιακό μου πόνο,
κι όλου του κόσμου λησμονώ,
τη ζήλια και το φθόνο.

Και μες την εκμυστήρευση
σε βλέπω να δακρίζεις,
δάκρυα μαύρα στο χαρτί
επάνω, να ραντίζεις.

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2019

Μάνος Μαυρομουστακάκης (βιογραφικό σημείωμα)

Ο Μάνος Μαυρομουστακάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Είναι απόφοιτος της Μαθηματικής Σχολής του Παν/μίου Ιωαννίνων. Μαθήτευσε στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα «Ιστορία Τέχνης»


Ποιητικές Συλλογές (εκδόσεις : Γαβριηλίδης)
  • Οδοιπόρες λέξεις  (2015)
  • 190 κ 1 Χαϊκού  (2016)
  • Ασύμμετρες αναπνοές (2017)  
  • Με τα μικρά τους ονόματα 
  • Χαικού της Παρασκευής

Θεατρικό έργο:

«Η Παράσταση»   εκδ. Δωδώνη


Aδημοσίευτα χαϊκού του Μάνου Μαυρομουστακάκη




Σταυρός του Νότου
Σαν προσευχή σε ήχο
...βόρειο. Αμήν

Στιγμές βλάσταιναν
σπορά πολύκαρπης γης.
Χρόνος μαιευτήρ.

«Χαϊκού του Μάρτη»
Κρύο ή ζέστη.
Κοιτούσε αμήχανα.
Μάρτης δίγνωμος.

Βροχή του Μάρτη.
Της Άνοιξης μια μπόρα
...μελαγχολίας.

Άνοιξη μάρτυς
στη δίκη του χειμώνα.
Τον μήνα Μάρτη



Αντίο / Γεροντούδη Λ. Παυλίνα




 Δάκρυσε η σιωπή στου χρόνου την άκρη.
Αντίο λοιπόν.
Σμήνη πουλιών που βρέθηκαν
σε θύελλα οι στιγμές μας,
χάθηκαν πίσω απ’ την αυλαία της λησμοσύνης.
Χωρίς φτερά, χωρίς ψυχή,
στροβιλίζονται στη δίνη του επίλογου.
Αισθήσεις νεκρωμένες,
λέξεις πνιχτές, ψίθυροι ακατάληπτοι.
Η ωρυγή  του πόνου εκκωφαντική,
μας σπρώχνει σε δρόμους χωριστούς.
Θλιβεροί ναυαγοί, στη θάλασσα της μοναξιάς.  

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

ΑΡΙΑΔΝΗ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ: Τρία (3) Ποιήματα που έλαβαν Έπαινο στον 4ο Ποιητικό Διαγωνισμού της Βιβλιοθήκης Σπάρτου



ΠΕΝΘΕΣΙΛΕΙΑ

Ίσως να μην έπρεπε να την σκοτώσω
Πανώρια κι αγέρωχα λιτή
Κι όμως συντρίφτηκε.
Όταν τράβηξα το κράνος σαϊτεύτηκα.
Στενός ωκεανός πόνου και δίψας.
Δεν ψέλλισε με τα μάτια της ούτε ένα γιατί
Μα ούτε κι εγώ ήξερα.
Κάποτε κάλπαζε στο άτι
Όσο πολεμικές ιαχές την τριγύριζαν
Τώρα θα βαδίσει στα Ηλύσια Πεδία
Αφήνοντας πίσω στο φονιά το βλέμμα
Πράσινο να ’ταν τάχα;
Κοπάδια θνητών ρήμαξα
Η Αμαζόνα με τον ένα μαστό θα με συντροφέψει
Πίσω στα ύδατα της Στυγός
Με τη φτέρνα να καγχάζει
Πίσω στις μεταμορφώσεις του Πηλέα
Που ’θελε ν’ αγκαλιάσει τη φωτιά και τ’ αγέρι.
Έρχεται κι εμένα η ώρα μου
Θα με περιμένεις, Πενθεσίλεια;
Εμένα τον γοργοπόδαρο
Την άσβεστη δόξα της Φθίας,
Τον φονιά κι ευεργέτη σου;






ΠΟΛΥΞΕΝΗ

Σαν θεός άστραψε στα φαράγγια της Ίδης
Οπτασία που κυνηγάει Νύμφες αραχνοΰφαντες
Και όχι τους δικούς μου.
Χρυσοί βόστρυχοι πάνω από μάτια της αντάρας
Στόμα που δεν συλλάβιζε τον όλεθρο
Μα μόνο τις ρίμες του έρωτα.
Το χάδι του ξημέρωνε τις μέρες μου
Το χάδι του εχθρού!
Γιατί εμένα, ακριβέ μου; Τόσες σε θέλαν!
Το γέλιο σου φαρμακερό βάλσαμο
Βρόχος πολύκλαυτος αιμάτινος.
Τα δα τα σημάδια στην αρχή του υφαντού
Όσο ο αργαλειός αρνιόταν να τραγουδήσει
Σε μια Τροία αλύγιστη μα ήδη νεκρή.
Ο λογισμός μου στην αγκαλιά σου
Τα λυτά μαλλιά μου θα στολίσουν το μνήμα σου
Όταν σφάγιο θα σωριαστώ σιμά σου.
Θα με περιμένεις στα Ηλύσια Πεδία
Ν’ αγαπηθούμε μακριά απ’ τον Κέρβερο του πολέμου;
Το δειλινό έβαψε ξανά τις Σκαιές Πύλες
Μα η μόνη πορφύρα που έμεινε είναι αυτή της καρδιάς σου.







ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

«Τον Λοξία δεν τον ξεγελάς!
Μικρέ όμορφε κόκκε άμμου που ’λεγες θα γίνεις βράχος!
Δεν θα νικηθώ από σένα, εγώ που πάταξα τ’ ανίκητο φίδι!
Νομίζεις θα σε σωριάσω να σφαδράζεις στο αίμα σου;
Ανόητη θνητή!»
Είπε κι έφυγε με αύρα οργής στα μάτια,
Εγώ, παιδούλα που μιλά στ’ αστέρια,
Ξάφνου τρέμω κι αντικρύζω τον όλεθρο.
«Φυλαχτείτε απ’ το ξύλινο άλογο που λάμπει στον ήλιο!
Πατέρα, μητέρα, ακούστε!
Όχι, δεν είμαι τρελή!
Μη γιορτάζετε, εγώ δε βλέπω φως, αλλά φλόγες
Που θα γλείψουν τα ψηλά απόρθητα Τείχη
Τα καράβια φύγαν, μα θα ξανάρθουν…οϊμέ!
Κι όλοι θ αφανιστούμε απ’ τους αγριωπούς εχθρούς.
Όμως κι αυτοί θα συντριβούν!
Τη ντροπή στο βωμό θ ακολουθήσει τσεκούρι
Κοφτερό, που θα πέσει δυο φορές!
Απόλλων! Απόλλων! Δυο φορές με ρημάζεις!»


                                                                                    ΑΡΙΑΔΝΗ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Το ερώτημα / Στέλλα Βρακά


Καινούριοι κόσμοι πλάθονται
και ξεχνάω τους παλιούς σαν μιλάς.
Σαν πλάτανος σε ρεματιά η φωνή σου
να κάθομαι στην σκιά του
να αναπαύομαι την θερμή καλοκαίρια μέρα.
Οι λέξεις σου, μια γλυκιά φωτιά στο τζάκι
τις νύχτες του χειμώνα που όλα έξω άγρια
κι απολύτως κρύα.
Οι λέξεις σου, ανακουφίζουν την πληγή μου
και στρέφω το βλέμμα στην μεγαλωσύνη
του Ουρανού
και τον ευχαριστώ που τόσο ακριβά
αγάπησε τον άνθρωπο.
Κι αναρωτιέμαι αν παράδεισος είναι
η ατελεύτητη κι ακόπιαστη ενατένισή σου
με καινούρια πάντα πεθυμιά!

Θάλασσα / Ζανιδάκη Άννα


Στα γαλανα σου τα νερα
Υπνος δε θα με παρει
Γευομαι κατασαρκα
Γυαλου σου το λιθάρι.
αυτο ανοίγω χανομαι
Γραφω και αιωρούνται
Σκέψεις δονούνε το μυαλο
Στα ύφαλα ξεσπουνε.
Αγκυροβόλια χαθηκαν
Μελτέμια τα ταράζουν
Ωκεανοί πιου ζύγωσαν
Φουρτούνες και μοιράζουν.
Κομματια άμμου τα θωρρεις
Σκέπασμα αυτα γενηκαν
Σε σαθρά θεμελια
ζησης και κατακτήσαν.
Ουρανούς αιθέριους
Υπάρξεις που ναι λεξεις
Επιφανείς ως ηρωες
Μα ποιονε να διαλέξεις.
Πελαγη ξεθαρρεύουν ται
Σιμωνουν στην εξέδρα
Πρωτακουστοι οι κρότοι της
Σπάει μια σαμπρέλα.
Ξεφούσκωσε ολοταχως
Τρανεψε και το δειχνει
Το σωμα αναδύθηκε
Τωρα σε μας τον πήχη.
Ανέβηκε πανύψηλα
Κοντάρι αναμετριέται
Ειναι ρεκορ της ανθρωπιας
Το λεει το καυχιέται..
Σε εσενα αφέντρα του νερού
Δέηση θα σου καμω
Τηρα τα ανάλαφρα
ΙΣσαμε να πεθανω.
Να δω να με στολίζουνε
Μυριάδες οι αφροί σου
Σ αυτους εκει να χανομαι
Παλμοί ψυχης δικοι σου.
Θα ρθω να σε βρω
Γλυκα να σ ανταμώσω
Ποτάμια να στερεψουμε
Σε σε να ξεδιπλώσω.
Το στρώμα μου διατηρώ
Παντα με τον αερα
Υπαρξης αναπνοής
Ευλογίας καθε μερα.
Που μας αφηνει ο γλυκός
Πλάστης και ξυπνάμε
Το δεδομενο ανύπαρκτο
Πρεπει να το ΤΙΜΆΜΕ.

[Μην αφήνεις τώρα το ομοίωμά σου ] / Χαραλάμπους Φρόσω

Μην αφήνεις τώρα το ομοίωμά σου 
εκεί που αλλοτινά έδινες πνοή στα νεκρωμένα αισθήματα.
Ταξιδιάρικα πουλιά χάνουν το δρόμο επιστροφής
ψάχνοντας δυο φιλιά, δυο ανάσες, δυο αλήθειες.
Όχι! Δεν ήρθαμε μετανάστες σ' αυτό τον τόπο.
Γι' αυτό ξεχειμωνιάζουμε, καλοκαιρεύουμε, κακοπερνάμε.
Δέκα χρόνια πολιορκούσαν οι Αχαιοί την Τροία
και μήτε μια σπιθαμή γης δεν πήραν φεύγοντας.
Μήτε καν την Ελένη.
Φευγάτη οπτασία ήταν κι αυτή.
Μην αυταπατάσαι.
Τόση ομορφιά και τόσο έρωτα
στον πόλεμο και στην απληστία
μην περιμένεις να βρεις 

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ... / Ζωχιού Λυγερή




(Στο άδειο βλέμμα της συνήθειας )



ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ...

'Σ' εγκλωβισμένα νερά ταξιδεύεις
κι αναρωτιέσαι γιατί δεν είναι θάλασσα'
                                                              Λ.Ζ.

(Στο άδειο βλέμμα της συνήθειας )


Πώς να ζητήσεις απ' το φίδι να γενεί αετός;

και ν' αποχωριστεί το χώμα του;

Πώς να ζητήσεις απ' το βαθύ σκοτάδι να δώσει χώρο

σε μια αχτίδα φως;

Κι από το βολεμένο νου να δώσει τόπο

σε μια σπιθαμή ελευθερία;

Ίδια περπατησιά και μαθημένοι δρόμοι στο κατόπι

Πώς να πατήσεις νέα μονοπάτια

και καινούργιους δρόμους;

Σκουριά και φαγωμένα τα γρανάζια της μηχανής

Και γερασμένοι οι επιβάτες

Oι καημένοι ...

Aνυποψίαστοι και υποψιασμένοι

Αναμενόμενο και θλιβερό το έργο σ' επανάληψη ...

Χίλια μίλια μακριά η θάλασσα

Γύρω μονάχα λίμνη

Κι ούτε ένα βότσαλο  να την ξυπνήσει
Λ.Ζ.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ / Φλωτσίου Έφη



Πολύχρωμες ομπρέλες περπατούν προς τη λιακάδα.
Ο ερωτας δαγκώνει λαίμαργα τις μεθυσμένες ρόγες του φθινόπωρου.
Τα κυπαρίσσια δείχνουν ακόμα τον ουρανό.
Ρόδια ξεχύνονται στους ραγισμένους δρόμους,
να συναντήσουν ευχές.
Μεθυσμένες χιονονιφάδες πάνω απ' τους ωκεανούς,
θυσιάζονται στο μεγαλείο της στιγμής.
Το πανηγύρι νοσταλγεί βιολιά και τσιγγάνικες φούστες.
Ο τζίτζικας επιμένει να τραγουδά για το νόημα.
Το κομπρεσέρ βαρέθηκε την επιμονή του εργάτη.
Το πεύκο βουβό γνέφει με τη σκιά του.
Τα αστέρια γελάνε όταν μαντεύουν ευχές.
Το παιδί λαχταράει να του μοιάζαμε ακόμα.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Απασφαλισμένο ποίημα. ΄/ Σπανός Βασίλης


Και τώρα που το ροζ όραμα τσακίστηκε
στα σκαλοπάτια των στυγνών εξτρεμιστών του νόμου
τι θα πράξουμε άραγε;
Τα αποκρουστικά απομεινάρια ανθρώπων
θα συνεχίζουν να παράγουν
μεταξωτά ρετάλια κοινοποιήσεων,
ατσάλινων μέτρων εξόντωσης των ιθαγενών
που μπόρεσαν και στρίμωξαν τη ζωή τους
στις γωνίες μιας αποσβολωμένης ανάγκης.
Οι σφραγίδες των εκτελεστών
δεν σφραγίζουν μόνο κατασχετήρια,
κι'οι πένες τους,
δεν κατασκευάζουν μόνο νόμους,
αλλά πληγώνουν
και τον χάρτη της ρημαγμένης γραφής
των ποιητών.
Εκεί που οι σιωπές περιφέρονται
μετρώντας ξόανα ησυχίας
εμπρός σ'ένα απασφαλισμένο ποίημα.
Αυτόνομα δάχτυλα τρέμοντας πυροδότησαν
τον διανοούμενο καταστροφέα του,
που κατά βάθος ήθελε να πεθάνει,
κόβοντας τα ευνουχισμένα πέη
μιας εγκεφαλικής μαλάκυνσης
με πόρτες κλειστές,τυφλά ρόπαλα
και χημικούς ηδονοβλεψίες,
συντρίβοντας,
το αργόσυρτο μέτρημα
της αδιαφορίας και της παραπλάνησης
σάρκινων άψυχων ανδραπόδων,
υποταγμένων
σε μια ανίατη καπιταλομαρξιστική λογοκρατία.
Ποδοπατημένα τα δάκρυα,
μέσα σε αίθουσες
κολάρων απονευρωμένης δικαιοσύνης,
ράκη βεβήλωσης,
διασκορπίστηκαν από έναν κλητήρα
μηχανικό αγραβάτωτης ασυλίας
μπροστά στα μάτια μας.
Μια σελίδα ακόμη δεν μπορούμε ν'ανοίξουμε,
με το πλάνο να μεταφέρεται στα πεζοδρόμια,
εκεί,
που ένα αυθεντικό κορίτσι,
με μια πλεξούδα παντιέρα,
τολμά να κοιτάξει τον άνθρωπο στα μάτια,
για να δει κρυμμένες ιστορίες
και μικρές εκρήξεις,
από ένα απασφαλισμένο ποίημα
ερωτευμένο με τα παλλόμενα μεγάφωνα
και τις βιβλιοθήκες των δρόμων.
 Βασίλης Σπανός.

Τρία χαϊκού του Βασίλη Σπανού


Θέατρο ο νους
εμπειρίες γεμάτος
μνήμης και σκέψης.
--
Του εαυτού μας
η αίσθηση του εγώ
η συνείδηση.
--
Υπερδίκτυο
εσώτερης νόησης
δρων ενιαία.
Βασίλης Σπανός.

Βασίλης Σπανός : Ένα (1) ποίημα

Ζυγώνω την ανατολή στα όρη της Αστούρια,
αναζητώντας άλματα,απώλειες και προνόμια.
Σιγήσανε τα άλματα,το όνειρο απωλέσθη,
μέσα σε βρώμικα δουλικά που πήραν τα προνόμια,
σύγχρονοι γαιοκτήμονες που διάλεξαν τον κλήρο
σημαδεμένης τράπουλας της πόρνης εξουσίας.
Τα αίματα που γέμισαν τα ορυχεία της τήξης,
με δυναμίτες άνοιξαν στοές μες στις καρδιές μας,
για να κινήσουμε ξανά για ανατροπές και ρήξεις.
Είναι οι σταθμοί όμως μόνοι τους σε θέατρα σφαγών,
κι'οι γειτονιές δεν μάχονται πλέον Πασιονάρια,
γεμίσαν οι παλάμες μας με κίβδηλα νομίσματα
κι'είναι οι τσέπες μας παχιές μ'ευνουχισμένους όρκους,
που στήθηκαν σε μια σειρά στα τέσσερα τα άκρα
γεμίζοντας τα σκέλια μας μ'εμπόρια και φράκα.
Εκεί που φύτρωναν φωνές Hasta siempre δέντρα,
τώρα φυτρώνουν μηχανές ατέλειωτης συνουσίας,
σε σκοτεινά υπόγεια σήψης και προδοσίας.
Κομάντος κομαντάντε μου δε θα'βρεις να νικήσεις,
το ατιμώρητο το χτες μες στις αυλές της Δύσης,
σε δώσανε σαν το σκυλί σε έκοψαν κομμάτια,
αυτοί που καβαλήσανε το αίμα το δικό σου,
και που το .P a t r i a .o. M u e r t e. πνίξανε
στης Νέας Τάξης τα στυγνά και ψεύτικα ευαγγέλια.

[Κι όταν μετατρέπεται η οπτασία...] ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΜΠΙΜΗΣ.

Κι όταν μετατρέπεται η οπτασία σου σε μοναξιά,
με τα δάκρυα της μνήμης καταχωρίζω στην ψυχή μου
το πλατύ έμβλημα της ελευθερίας σου…
Στις λευκές πύλες του παραμυθιού, το όνειρο αχολογάει
εγκωμιάζοντας στην αχλή της νύχτας τη χλωρή σου ύλη,
την ανυπέρβλητη ομορφιά, τα μοναδικά λόγια
που σε γέννησαν και σ’ ανάστησαν στο Φως!
Ασάλευτη μοίρα που κηδεμονεύεις τους αιώνες!

[Πάνω στην καρέκλα μου, έτσι αυθόρμητα ριγμένος,] /Μπέλλης Μαράς

Πάνω στην καρέκλα μου, έτσι αυθόρμητα ριγμένος,
εδώ και ώρα θα ορκιζόμουν, πως ξέχασα ότι κάτι γερά βαστά από κάτω μου...
τα πέτσινα όρια μου αργοσβήνουν, προσδιορίζομαι απ’ όσα κι αν μου περνούν απ' το μυαλό, όλα όσα μπορεί να μου φέρει το δανεικό φανταστικό μου…
Κι όμως, πάλι αναβρύζει ένα εσωτερικό αόριστο κενό,
με ξεριζώνει απ’ τον νου, με πετάει σ’ αυτό τον αέναο, αφηρημένο τόπο...
Έχει κανείς ξεκινήσει, σκέφτομαι, ξέροντας ότι δεν έχει προορισμό;
Προσοχή, όχι να προσποιείται ότι δεν ξέρει, υποσυνείδητα αφημένος στην αγκαλιά του μητρικού υπαρκτού,
αλλά χωρίς καμία έννοια σκοπού, του πέρα, του πιο κει…
με το εκεί ας πούμε, να μην μπορεί καν να σχηματιστεί
από δοσμένη νόηση, να μην ξέρει πως να καλουπωθεί.
Τούτο το δύσπεπτο καρπό χωνεύουμε καθημερινά,
μέσα βαθιά ν’ ανακατώνει του αμπσουρδισμού τα σωθικά.
Ποια αρχή θα υπήρχε χωρίς του τέλους μετοχή;
Σκαλίζω στα λευκά, την ανησυχία της γνωσιακής μου ομορφιάς…
ματαιότητα που πιτσιλά χρώμα το χαρτί, χρώματα που με το δικό μας βλέμμα ορίσαμε σαφή.
Και αναρωτιέμαι και σαστίζω…
Τι κι αν δεν υπήρχε η θνητότητα να μας χαρίζει την οργή, τι θα διαλέγαμε τότε πίσω μας να μείνει, πόσο λευκό θα ‘ταν τούτο το χαρτί.
Δεν θα χρειαζόταν η γραφή, σπατάλη χρόνου για μια συνέχεια που δεν θα ΄χε ανάγκη από καταγραφή, συναισθήματα χωρίς τροπή – καθημερινότητα στο διηνεκές, άτακτη αντιγραφή- ανούσια παρουσία δίχως γεύση, δίχως ψέμα.
Δεν θα ‘χαν νόημα οι τελείες και τα θαυμαστικά,
των λέξεων αυτά τα χωστά, ζωντανά κενά.
Ποια η σημασία της τέχνης τελικά;
σεν θα διάλεγα ζωή χωρίς σταματημό
ούτε να μπορώ να τρελαθώ, ούτε να χρειάζεται να πιστέψω σε Θεό;
Το τωρινό μας, δεν θα λαχταρούσε το φως να δει αν το σκοτάδι δεν καιροφυλακτούσε κάπου εκεί.
Σκοπός ύπαρξης νοήματος σε ότι κι αν γύρω μας έχει φτιαχτεί, είν' η έννοια που ελλοχεύει τον αποχωρισμό.
Μνήμης εικόνες δανεικές, όρια σ’ αυλές, σχέσεις συναλλακτικές, νομίζοντας πως είν’ παντοτινές κι αληθινές.
Ψευδαισθήσεις που με φέρνουν μπροστά σας τώρα να ντραπώ, να εκτεθώ, σκέψεις να μοιραστώ, κάτω απ’ το πέπλο πεπερασμένου που με σκεπάζει,
και το μυαλό στον μύλο της ηδονικής προσαρμογής να κάνει ότι ξεχνά.
η τέχνη θα πέθαινε αν ξεπερνούσε το θνητό,
την κοινή μοίρα, που περιμένει να κόψει το σχοινί μα το δένουμε χίλιους κόμπους μέχρι η ώρα τούτη να φανεί.
μόνο μέσα από την αναζήτηση του νοήματος,
δίνεται κουράγιο στην ψυχή..
να θέλει από κάπου να πιαστεί.
Βέβαια, το τι...
και το αν θα ’γραφα χωρίς αυτή τη μούσα του τέλους να με παρακινεί
ειν’ αυτό κάτι που μ’ ανησυχεί...
κόλλα μάλλον θα 'ταν αδειανή

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.