Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών. Το Ιστολόγιο είναι ανοικτό σε όλους τους δημιουργούς Ποίησης που επιθυμούν την ανάρτηση των ποιημάτων τους στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ποιήματά σας στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com\
Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα



Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η κυρά κι ο κόκορας της Ρούλας Τριανταφύλλου

                                                               από τις ιστορίες του κήπου



Ανέλπιστα ήρθε η κληρονομιά. Ένα μικρό περιβόλι στην άκρη του χωριού. Λίγα οπωροφόρα  και μερικά κλήματα περιμετρικά  στις ξερολιθιές. Το είχε αγοράσει ο πεθερός της  πριν πολλά χρόνια.  Μια ψαρόγα, που με κόπο και ιδρώτα τη μετέτρεψε σε περιβόλι. Ο μεγάλος του καημός του  ήταν το νερό. Λιγοστές οι βροχές  στο νησί. Άνοιξε πηγάδι, έχτισε  δυο δωμάτια. Tο ένα το χρησιμοποιούσε  ως αποθήκη, το άλλο δωμάτιο λιτό, φτωχικό με τα λιγοστά ξύλινα έπιπλα. Ένα τζάκι στη γωνία, ένα κρεβάτι με σουμιέδες, τραπέζι και αργότερα ένα ψυγείο. Αυτά αποτελούσαν το μικρό νοικοκυριό του.
            Αργότερα έχτισε  και το κοτέτσι. Τα χρόνια είχαν βαρύνει στους ώμους του. Δεν μπορούσε να πηγαίνει στην κατοικιά. Μακρύς  ο δρόμος και ανηφορικός. Έτσι, έφτιαξε  το περιβόλι. Ήταν δεν ήταν  διακόσια βήματα από το σπίτι του στο χωριό.
            Μετά ήρθε η αρρώστια, πέλεκυς βαρύς, που τον τσάκισε, τον νίκησε. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι έμαθε τα ανέλπιστα νέα. Το περιβόλι που τόσο πολύ αγάπησε,  το άφησε σ’ εκείνη.
            Ένιωσε ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη δωρεά. Άλλωστε δεν είχε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο. Τώρα απέκτησε το δικό της περιβόλι.
            Το φρόντιζε καθημερινά.  Πήγαινε –όπως πήγαινε και πριν έρθει στα χέρια της, να ποτίσει τα δέντρα, να τον βοηθήσει σε ό,τι μπορούσε. Έφτιαξε  μια μικρή αλτάνα, φύτεψε τριανταφυλλιές –αχ και να τις έβλεπε…φούντωσαν και θέριεψαν, ψήλωσαν,  με τα τριαντάφυλλα, να κοιτούν τον ουρανό, τον ουρανό του..
            Θυμόταν τα λόγια του: «Λουλούδια  στο περιβόλι,  και μάλιστα τριανταφυλλιές;»
Όλα ήταν άχρηστα,  αν δεν αποδίδουν καρπό. Πιάνουν τον τόπο και χαλούν το νερό που τόσο το χρειαζόταν για τα κηπευτικά, δεν το χαλάλιζε για λουλούδια.
           
Το καλοκαίρι φύτεψε ντομάτες, κολοκυθάκια, κρεμμύδια, ότι ποθούσε η ψυχή του ανθρώπου.  Την έβλεπαν οι χωριανοί να καλλιεργεί το περιβόλι και τον κήπο. Και όπως γίνεται στις μικρές κοινωνίες, δεν άργησαν να της βγάλουν το παρατσούκλι. «Αγρότισσα… Έγινες τέλεια  αγρότισσα. Δικιά μας είσαι»
            Αγρότισσα  λοιπόν,  κι ένιωθε περήφανη  για το περιβόλι της. Τέλεια δεν ήταν. Δεν ήξερε να κάνει σωστά αυλάκια ούτε να κλαδεύει. Δεν ρεγουλάριζε σωστά το νερό. Με τον καιρό και ρωτώντας τους παλιούς, έμαθε αρκετά. Αργότερα πήρε κότες κι ένα κόκορα.  Δεν της άρεσε να βλέπει το κοτέτσι άδειο.
            Αυτό το κοτέτσι είχε γίνει το θέμα συζήτησης στο μικρό χωριό: «Το πιο όμορφο κοτέτσι!» «Πού τις βρήκες αυτές τις κότες με το τσουλούφι; Αυτές είναι σογιέκες-από σόι» (έτσι έλεγαν τις κότες που δεν ήταν του  ορνιθοτροφείου, τις ντόπιες και καθαρές)
            Κανείς δεν είχε όμοιες κότες με τις δικές της. Αυτό το τσουλούφι στις κότες και τα κοκόρια έγινε  αιτία να …. ας το αφήσω όμως για το τέλος.

            Θες ο θαυμασμός, θες η ζήλια, στέκονταν οι χωριανοί στο δρόμο κι όταν την έβλεπαν στο χωράφι τής έπιαναν κουβέντα για το περιβόλι και τις κότες. Με τον καιρό απέκτησαν θάρρος. Ο ένας ζητούσε αυγά να τα βάλει στην κλώσα. Ο άλλος ζητούσε  κόκορα με τσουλούφι, ν’ αποκτήσουν  κι αυτοί κότες και κοκόρια με τσουλούφι.
            Έτσι και η κυρά-Καλλιόπη ζήλεψε τα τσουλούφια κι έβαλε τον άντρα της να ζητήσει κόκορα. Ένα απόγευμα, γυρνώντας από το χωράφι του ο κυρ-Γιώργης τής φώναξε:
            «Ε, κυρά παπαδιά,  εδώ είσαι;»
            «Ναι, κυρ Γιώργη, έρχομαι».
            «Τι κάνεις; Πώς πάνε τα περιβόλια;»
            «Καλά είμαι, κυρ Γιώργη. Αλλά πώς να πάνε; Έτσι να περνάει η ώρα, να μη ρημάξει ο τόπος, σκαλίζω τη έρμη γη…»
            Ποτέ δεν τους έλεγε τον άλλο, πιο αληθινό, λόγο που πήγαινε  στο περιβόλι. Κάθε μέρα, γιορτή ή σχόλη, χειμώνα, καλοκαίρι, με βροχή, κρύο και χιόνια πήγαινε στο περιβόλι της. Ποτέ δεν τους έλεγε πόσες φορές συγχωρούσε αυτόν που της το χάρισε. Πόσες φορές έλεγε: Θεός σχωρέσ’ τον!
            Κι ο λόγος δεν ήταν τίποτε άλλο… Εκεί άφηνε όλα τα δύσκολα της ζωής, τις στενοχώριες και τα βάσανα της. Όσο πιο καλά και βαθιά έσκαβε τη γη, τόσο ξαλάφρωνε η ψυχή της. Γυρνούσε σπίτι κουρασμένη, πονούσαν τα πόδια και η μέση της, αλλά με ψυχή αλαφριά, σαν να ένα χρέος που έπρεπε να πληρώσει.
            Ας γυρίσουμε όμως στον κυρ Γιώργη.
            «Ξέρεις, παπαδιά, η γυναίκα μου λέει αν θες να της δώσεις έναν κόκορα».
            «Έλα, κυρ Γιώργη, να δεις ποιον θες».
            «Όχι, θα το πω στην κυρά, να έρθει και να τα κανονίσετε».
            Έτσι, ένα απόγευμα είδε την κυρά Καλλιόπη ν’ ανηφορίζει το μονοπάτι. Ανέβαινε αργά κι έδειχνε πολύ κουρασμένη. Όταν πλησίασε, την είδε να κρατά στο ένα χέρι το πορτοφόλι, στο άλλο την μπαλάντζα και παραμάσχαλα ένα σακί. Χαμογέλασε η παπαδιά και κούνησε το κεφάλι της. 
            «Καλησπέρα, παπαδιά».
            «Καλησπέρα, κυρά Καλλιόπη».
            «Έλα, πέρασε. Να φτιάξω καφέ;»
            «Όχι, δεν θέλω καφέ, δεν κάνει να πίνω».
            «Ένα κρύο νερό τουλάχιστον να ξαποστάσεις;»
            Της έφερε το νερό  και μίλησαν για άσχετα θέματα. Μετά μπήκε στο θέμα της η κυρά Καλλιόπη.
            «Παπαδιά, ήρθα για τον κόκορα. Πόσους έχεις;»
            «Δύο κοκόρια  έχω. Έλα, πάμε στο κοτέτσι, να δεις ποιον θες».
          
  Τράβηξαν για το κοτέτσι, τα κοκόρια τα είχε ξέχωρα απ’ τις κότες, να μην τα κυνηγάει κείνη την ώρα. Της δίνει τον έναν κόκορα. Η κυρά Καλλιόπη πιάνει τον κόκορα, τον ζυγιάζει  καλά  και μετά πιάνει τον άλλον. Αφού τους ζύγιασε καλά με το χέρι και το μάτι, η παπαδιά την ρώτησε:
            «Ποιον θες να πάρεις;»
            «Αυτόν».
            Και φυσικά, είχε διαλέξει τον πιο βαρύ, τον πιο βαρβάτο!
            Γύρισαν στο σπιτάκι του περιβολιού.
            «Πόσο κάνει ο κόκορας, παπαδιά;»
            «Άκου, κυρά Καλλιόπη,  εγώ δεν πουλάω ούτε κότες ούτε κοκόρια. Πάρ’ τον και καλορίζικος».
            Την κοίταξε έκπληκτη η κυρά Καλλιόπη. Ανάσανε…και ήταν σαν να έφυγαν δέκα χρόνια απ’ την πλάτη της. Τόσο άγχος είχε…!

            Μετά από λίγο την ρωτάει:
            «Παπαδιά, αυτός που είχε το περιβόλι, έφτιαχνε σκούπες. Μήπως έχεις καμία σκούπα να μου δώσεις;»
            Τώρα ήταν σειρά της να μείνει έκπληκτη.
            «Δεν ξέρω, κυρά Καλλιόπη. Πάμε στην αποθήκη να δούμε».
            Στα δοκάρια,  ψηλά στο ταβάνι ήταν κρεμασμένες  δυο σκούπες όλες κι όλες,
μία για το τζάκι και μία για το σκούπισμα.
            «Έλα, ποια θες;»
            Πήρε τη μεγάλη σκούπα για την αυλή. Δίχως ευχαριστώ και νιώθοντας μεγάλη ικανοποίηση για το «κατόρθωμά» της, η κυρά Καλλιόπη ζαλώθηκε το σακί με τον τρανό κόκορα. Στο ένα  χέρι την μπαλάντζα, στο  άλλο  το πορτοφόλι και παραμάσχαλα τη σκούπα. Κατηφόρισε το μονοπάτι σαν κοπελούδα είκοσι χρονών.
            Την κοιτούσε  καθώς  κατηφόριζε  και  σκεφτόταν… σίγουρα θα  έβαζε  στο νου της… τι άλλο να  ζητήσει απ’ την παπαδιά.
            «Δώσε θάρρος στο χωριάτη…» είπε από μέσα της και μπήκε στο μικρό δωματιάκι.
            Αυτή η ιστορία με τις κότες και τα  κοκόρια που είχαν τσουλούφι, ο ένας να ζητάει  κι ο άλλος να γυρεύει, έκανε την παπαδιά να χαλάσει το κοτέτσι.  Η πολλή καλοσύνη  μόνο σε καλό της δεν βγήκε. Μήνυσε σ’ ένα φίλο κάτω στη χώρα. Του είχε υποχρέωση. Χαλάλι του…τουλάχιστον αυτός θα το εκτιμήσει.
            «Έλα, Γιάννη,  να πάρεις τις κότες. Εμένα δεν με συμφέρει  πια, να τις κρατάω. Θα  κοπιάζω, θα κρατώ το κοτέτσι για τους άλλους; Να ‘χεις και τον παπά που δεν τρώει μήτε κότες,  μήτε αυγά».

            Τώρα με θλίψη κοιτάζει το έρημο κοτέτσι. Σκούριασαν οι ταΐστρες, τα σύρματα  στην αυλή. Δεν ακούει τα κοκόρια, μήτε τρέχουν  μπουλούκι οι κότες. Μόλις την έβλεπαν να μπαίνει στο περιβόλι, να’ σου κι αυτές να την υποδεχτούν. Γέμισαν τα κοτέτσια του χωριού κότες με τσουλούφι  και το δικό της ρήμαξε.
            Μπήκε κάνα δυο φορές στον πειρασμό να ξαναβάλει κότες. Τα ζύγιασε από δω, τα ζύγιασε  από κει, θυμήθηκε την κυρά Καλλιόπη.
            Έχει πολλές σαν αυτήν το χωριό… και κείνον τον γρουσούζη, που  του είχε δώσει αυγά και από τότε δεν ματακάθισε κλώσα να κλωσήσει. Πίστευε στο καλό χερικό. Το είχε δει άλλωστε και σε κείνη…τι κι αν δεν ήξερε πολλά… ό,τι κι αν φύτευε φύτρωνε κι έδινε  καρπό. Αμ  ο άλλος; Που της έκανε παράπονα: «Ο κόκορας που μου έδωσες, δεν λαλάει». Θυμήθηκε και τα σκυλιά του γείτονα, που  πριν  δυο  χρόνια αποδεκάτισαν τις κότες, τις νυφίτσες, τις βραδινές επισκέψεις της αλεπούς,  το λαφιάτη  και τόσες άλλες  ιστορίες του κήπου. Όχι. Τα ζύγιασε όλα καλά.
            «Κοίταξε τη δουλειά σου…από εδώ και μπρος»  μονολόγησε. «Κανείς δεν χρωστάει το καλό». 
            Και πια δεν κοίταξε  προς το κοτέτσι.




Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.